Το Σάββατο του Λάζαρου



lazarosΓράφει ο Γιάννης Πουλάκης –

«Το Σάββατο του Λάζαρου», το «Λαζαροσάββατο», όπως το λέει ο λαός μας, το Σάββατο δηλαδή πριν από τη Μεγάλη Βδομάδα, το έχει περιβάλει ο λαός με όμορφα έθιμα. Ένα από αυτά είναι και τα κάλαντα του Λάζαρου:

«Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια.

ήρθε η Κυριακή, που τρων τα ψάρια,

 

Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι,

ήρθε η μέρα σου και η χαρά σου.

 

Που ήσουν Λάζαρε; Που ήσουν κρυμμένος;

κάτω στους νεκρούς, στους πεθαμένους.

 

Δεν μου φέρνετε λίγο νεράκι,

 να ξεπλύνω το φαρμάκι,

 

Δεν μου φέρνετε λίγο λεμόνι,

να  ‘ναι το στόμα μου σαν περιβόλι.

 

Πες μας Λάζαρε τι είδες


κάτω εις τον Άδη που επήγες;

 Είδα φόβους, είδα τρόμους,


είδα βάσανα και πόνους,


της καρδούλας μου το λέω


και μοιρολογώ και κλαίω.


Του χρόνου πάλι να ‘ρθουμε


με υγεία να σας βρούμε,


και ο νοικοκύρης του σπιτιού


χρόνια πολλά να ζήσει».

Ο λαός μας γιορτάζει σαν πρώτη Λαμπρή, την «Έγερση» του φίλου του Χριστού, του «αγέλαστου» Λάζαρου.

 Ο φόβος και ο τρόμος για όσα γνώρισε στον άλλο κόσμο άφησαν τόσο βαθιά σημάδια στην ψυχή του Λάζαρου που, όπως λέει η παράδοση, μετά την Ανάστασή του δεν κατάφερε να γελάσει, παρά μόνο μια φορά, όταν είδε κάποιον χωρικό στο παζάρι να κλέβει μια στάμνα και να φεύγει κρυφά. «Βρε τον ταλαίπωρο», είπε. «Για ιδές τον πώς φεύγει με το κλεμμένο σταμνί. Ξεχνάει ότι κι αυτός είναι ένα κομμάτι χώμα, όπως και το σταμνί. Το ‘να χώμα κλέβει τ’ άλλο. Αυτό είναι να γελούν οι πικραμένοι», είπε και χαμογέλασε.

Στον Πόρο, όπως και στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας για να απεικονίσουν την Ανάσταση του Λάζαρου, να συμβολίσουν δηλαδή τη Νίκη του Χριστού απέναντι στο θάνατο, αλλά παράλληλα και για να υποδηλώσουν την ανάσταση της φύσης, έφτιαχναν ένα ομοίωμα του Λάζαρου. Για να φτιάξουν το «Λάζαρο» έπαιρναν μια κούκλα, την  έντυναν με χτυπητά πολύχρωμα υφάσματα ή έφτιαχναν έναν καλαμένιο σταυρό και τα στόλιζαν με κορδέλες και λουλούδια, συνήθως κίτρινες μαργαρίτες που αφθονούν αυτή την εποχή.

Γ’ αυτό και τις κίτρινες μαργαρίτες τις έλεγαν και τις λένε ακόμα «Λαζάρους».

Τα παιδιά, κρατώντας το «Λάζαρο», γύριζαν στις γειτονιές από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας τα «λαζαρικά», για να διηγηθούν την ιστορία του αναστημένου φίλου του Χριστού, να πουν παινέματα στους νοικοκυραίους και να πάρουν τα «λαζαριάτικα». Συνήθως οι νοικοκυρές τους έδιναν αυγά άσπρα, λεφτά ή ότι άλλο είχαν. Πάντα όλοι κάτι έβρισκαν να δώσουν. Κι όταν ήθελαν για κάποιον να πούνε πως ήταν τσιγκούνης έλεγαν: «Ποτέ του αυγό δεν έδωσε, ούτε τ’ αγίου Λαζάρου».

Για την ψυχή του Λάζαρου οι γυναίκες ζύμωναν ανήμερα το πρωί ειδικά μικρά ψωμάκια, τους «λαζάρηδες», ή τα «λαζαράκια». «Λάζαρο δεν πλάσεις, ψωμί δεν θα χορτάσεις». έλεγαν, μια και ο αναστημένος φίλος του Χριστού πίστευαν πως είχε παραγγείλει: «Όποιος ζυμώσει και δε με πλάσει, το φαρμάκι μου να πάρει…».

Στα «λαζαράκια» έδιναν το σχήμα ανθρώπου σπαργανωμένου, όπως ακριβώς παριστάνεται ο Λάζαρος στις εικόνες. Όσα παιδιά είχε η οικογένεια τόσους «λαζάρηδες» έπλαθαν και στη θέση των ματιών έβαζαν δυο γαρίφαλα.

Τα «λαζαρούδια» πολλές νοικοκυρές τα γέμιζαν με αλεσμένα καρύδια, μύγδαλα, σύκα, σταφίδες, μέλι, προσθέτανε πολλά μυρωδικά και τα παιδιά ξετρελαίνονταν να τα τρώνε ζεστά.

Τέλος το έθιμο λέει πως όποια νοικοκυρά δεν φτιάξει «λαζαράκια» δεν θα χορτάσει ψωμί.-

 




Σχολιάστε