Παιχνίδια μια άλλης εποχής: Τα αερόστατα



aerΓράφει ο Γιάννης Πουλάκης – 

Από νωρίς το πρωί βούιξε η γειτονιά του Αγίου Κωνσταντίνου, πως στο «Χάλασμα» το βράδυ, ο Μήτσος Δρούδες (Μακαρουνάς), μαζί με τον Μίμη Λεμονίδη (Κλόκα) και τον αδερφό του Γιώργο θα πετούσαν «αερόστατο». Έτσι με τις φωνές των παιδιών, έγινε γνωστό αυτό, που στα μάτια των πιτσιρικάδων ήταν πρωτόγνωρο θέαμα  και δεν μπορούσαν να το χάσουν με τίποτα.

Για να φτιαχτεί τότε το αερόστατο δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Χρειαζόταν ολόκληρη διαδικασία.. Μαζεύτηκαν από νωρίς οι τρεις αυτοί «τεχνίτες» στο προαύλιο του Αγίου Κωνσταντίνου, που είχε μπόλικο τσιμεντένιο δάπεδο και διευκόλυνε την κατασκευή, με την πιτσιρικαρία να βλέπει, να θαμάζει και να παρακολουθεί αχόρταγα όλο αυτό τον τζερτζελέ.

Με «ρεφενέ» είχαν αγοράσει 16 κόλες χρωματιστές με διαφορετικά χρώματα. Μπλε, κόκκινες, κίτρινες, πράσινες και καφέ. Άπλωσαν τις κόλες στο τσιμεντένιο ίσωμα και τις κολλούσαν μεταξύ τους με κουρκούτι (νερωμένο χυλό), που είχαν φτιάξει μπόλικο σ’ ένα τενεκέ. Τη μια κόλλα την κολλούσαν καλά με την επόμενη και σιγά-σιγά το αερόστατο πήρε τη μορφή του κι έμοιαζε σαν ένα μεγάλο στρογγυλό αναποδογυρισμένο τσουβάλι. Μετά έσκισαν στα δυο ένα καλάμι, πήραν το ένα, το λύγισαν κι έφτιαξαν ένα στεφάνι, ίσο με τη διάμετρο του αερόστατου που είχαν φτιάξει. Το στεφάνι αυτό το εφάρμοσαν στο άνοιγμα του αερόστατου, γύρισαν λίγο την κόλα να το κρατάει καλύτερα και το κουρκούτι έκανε πάλι τη δουλειά του. Μετά έβαλαν χιαστί δυο σύρματα στη διάμετρο του στεφανιού, με τέτοιο τρόπο ώστε να συναντιούνται στη μέση του ανοίγματος, όπου έδεσαν γερά ένα σφουγγάρι και το αερόστατο ήταν έτοιμο για πέταγμα.

Πριν ακόμα σκοτεινιάσει όλα τα παιδιά της γειτονιάς, αγόρια και κορίτσια, αλλά κι άλλα παιδιά από άλλες γειτονιές πήγαν εκεί, να φχαριστηθούν και ν’ απολαύσουν το θέαμα του αερόστατου. Με σπρωξίματα και μαλώματα πήραν επίκαιρες θέσεις στην αλάνα του «Χαλάσματος», γύρω από το καθορισμένο μέρος που είχε οριστεί ν’ ανάψει η φωτιά και να σηκωθεί το αερόστατο. Έτσι όπως φάνταζε με τις χρωματιστές κόλες του, φαινόταν στα παιδικά μάτια, σαν κάτι το θαμαστό.

Αυτό όμως που έδινε ιδιαίτερη συγκίνηση στα παιδιά, ήταν η όλη διαδικασία. Άναψαν στη μέση της αλάνας μια φωτιά και αφού φούντωσε καλά, έφεραν με μεγαλοπρέπεια το αερόστατο τέσσερα άτομα, κρατώντας το από τις τέσσερις άκρες του. Μετά τα  δυο αδέρφια του Λεμονίδη, ανέβηκαν σε δυο κοτρόνες, που είχαν κουβαλήσει δίπλα στη φωτιά και κράτησαν για κάμποση ώρα όρθιο το αερόστατο, να μην τσακίσει και πάρουν φωτιά οι κόλες του. Άλλοι τρεις από κάτω κράτησαν το στόμα του αερόστατου πάνω από τη φωτιά και το ζύγωσαν προσεχτικά και σιγά-σιγά  κοντά στη φωτιά. Τότε αυτό με τους καπνούς και το ζεστό αέρα που γέμισε στάθηκε όρθιο μόνο του, έτοιμο να φύγει για τον ουρανό. Τότε ο Μήτσος άναψε το σφουγγάρι που ήταν δεμένο στη διασταύρωση των χιαστί συρμάτων, βουτηγμένο στο πετρέλαιο και με μια ταυτόχρονη κίνηση όλα τα παιδιά άφησαν ελεύθερο το αερόστατο, που άρχισε ν’ ανεβαίνει περήφανο στον ουρανό, κάνοντας όλο τον κόσμο που παρακολουθούσε να ξεσπάει σε παλαμάκια και τους πρωταγωνιστές περήφανους, να καμαρώνουν για το μεγάλο αυτό κατόρθωμα. Το αερόστατο ανέβαινε λάμποντας  ολόκληρο  με  τις  χρωματιστές  κόλες  του  που  τις φώτιζε η φωτιά του σφουγγαριού και σε κάποιο ύψος ακολουθούσε την κατεύθυνση του ανέμου που έπνεε.

Πολλές φορές με το πλάγιασμα που έκανε για ν’ αλλάξει κατεύθυνση από τον αέρα, άρπαζε φωτιά και καιγόταν σαν πυροτέχνημα στον ουρανό. Άλλες φορές έπεφτε ανοιχτά στη θάλασσα και μερικές φορές προτιμούσε να καθίσει στα κεραμίδια κάποιου σπιτιού και να καεί εκεί με την ησυχία του, φέρνοντας ανατριχίλα στους ιδιοκτήτες που έτρεχαν μ’ ένα μπουγέλο νερό να το σβήσουν, φοβούμενοι μην λαμπαδιάσει όλη η σκεπή του σπιτιού.

Ευτυχώς το βράδυ εκείνο, το αερόστατο ανέβηκε ψηλά στον ουρανό, μετά πήρε κλίση προς το νοτιά και χάθηκε πέρα στη θάλασσα, κατά τη μεριά της Ύδρας.

Η ίδια δουλειά με το πέταγμα των αερόστατων γινόταν και στη Ρουκουτίμα , που ήταν η καρδιά της Μπρίνιας για τα παιχνίδια. Τα βράδια ο Αντώνης ο Γκίνης με το Μπούλη το Σκυλογιάννη και την παρέα τους, σήκωναν πολύχρωμα αερόστατα, που ‘φταναν ψηλά κι έπεφταν μέχρι το Γαλατά ή τα βουνά της «Βρυσούλας».

Τα παιδιά της Μπρίνιας, του Αγίου Κωνσταντίνου και της Πούντας είχαν μεγάλο συναγωνισμό, ποια ομάδα θα φτιάξει το πιο όμορφο αερόστατο και ποια θα το πετάξει πιο ψηλά.

Το τελευταίο αερόστατο, το σηκώσαμε στη Ρουκουτίμα το 1960. Τότε, θυμάμαι, μια ολόκληρη μέρα τρέχαμε με ρεφενέ ν’ αγοράσουμε κόλες, τις είχαμε κολλήσει με κουρκούτι μια χαρά στην αυλή του σπιτιού του Σκυλογάννη, που ήταν τσιμεντένια κι έγινε ένα αερόστατο όμορφο, πολύχρωμο, που χαιρόσουνα να το βλέπεις. Αφού το καμαρώναμε όλο το απόγευμα, μόλις μούρτζωσε (άρχισε να σκοτεινιάζει), ανάψαμε φωτιά δίπλα στο μεγάλο βράχο της Ρουκουτίμας και πήγαμε να το σηκώσουμε. Πράγματι μόλις ανάψαμε το σφουγγάρι άρχισε ν’ ανεβαίνει περήφανο στον ουρανό της Μπρίνιας. Έλα όμως που όταν έφτασε καμιά εκατοστή μέτρα ψηλά, φύσηξε ένας αέρας και το πήγαινε κατά το Συνοικισμό. Τρέχαμε ξοπίσω του, γιατί μερικές φορές το πιάναμε όταν έπεφτε στο έδαφος, σβήναμε τη φωτιά του σφουγγαριού που μισόκαιγε και το ξανασηκώναμε για δεύτερη φορά την άλλη μέρα.

Το αερόστατο όμως, είχε πάρει πολύ ύψος, πέρασε το Συνοικισμό κι άρχισε να πέφτει στα πεύκα, ανάμεσα Βρυσούλας και Προφήτη Ηλία. Ξαμοληθήκαμε όλοι όσο μπορούσαμε πιο γρήγορα, να το προλάβουμε, να το σβήσουμε, να μην πάθουμε καμιά συμφορά. Αλλά που να προλάβεις το αερόστατο, που έτρεχε με τη δύναμη του αέρα. Όταν φτάσαμε στο σημείο που είχε πέσει, είχε πιάσει φωτιά κι είχε εξαπλωθεί σ’ ένα πεύκο που καιγόταν σαν λαμπάδα. Κόψαμε κάτι κλαριά και προσπαθήσαμε να σβήσουμε την πυρκαγιά. Έλα όμως που αυτή δεν έσβηνε με τίποτα. Κάποιος ειδοποίησε το Προγυμναστήριο, ήρθε γρήγορα ένα  άγημα κι έσβησε την καταραμένη τη φωτιά.

Την άλλη μέρα, να χτυποκάρδια, γιατί μας ζητούσε η Αστυνομία. Ευτυχώς, που αστυνόμος ήταν ο κυρ-Αλέκος Τσοπέης. Αυτός με αυστηρό βλέμμα, μας στρίμωξε σε μια γωνία, εμένα και το γιο του Βαγγέλη και μας είπε: «Εσείς παλιόμουτρα είσαστε οι πρωτεργάτες της πυρκαγιάς, έτσι; Αν σας δω πάλι με αερόστατα, όχι μόνο θα σας κόψω τα πόδια, αλλά θα σας στείλω στον Πειραιά με χειροπέδες.». Το ωραίο είναι, πως δεν θυμάμαι αν ήταν κι ο Τσοπέης στο σήκωμα του αερόστατου. Μπορεί, γιατί τα χρόνια εκείνα. όπου πήγαινε ο ένας, εκεί θα βρισκόταν κι ο άλλος.

Ήταν μάλλον, ένα από τα τελευταίο αερόστατα που θυμάμαι να σηκώθηκαν στον Πόρο.-  

 




Σχολιάστε