Παιχνίδια μιας άλλης εποχής: Η σβούρα



svouΓράφει ο Γιάννης Πουλάκης
Οι σβούρες ήτανε το αγαπημένο παιχνίδι των παιδιών και δεν είχανε καμιά σχέση με τις σημερινές πλαστικές σβούρες που τις στρίβουνε τα παιδιά με το μεγάλο δάχτυλο και το δείχτη.
Οι δικές μας σβούρες ήτανε όμορφες, λεπτοδουλεμένες και βαμμένες με δύο ή περισσότερα χρώματα ή ακόμα και ζωγραφιές. Το ένα χρώμα έφτανε μέχρι λίγο πάνω από τη μέση, όπου υπήρχε μια αυλακιά κι έδειχνε πως μέχρι εκεί έπρεπε να τυλίξεις τον σπάγκο γύρω από τη σβούρα για να έχει τη μεγαλύτερη απόδοση το γύρισμα. Ήτανε φτιαγμένες από γερό ξύλο για ν’ αντέχουν στα χτυπήματα, στη διάρκεια του παιχνιδιού. Την εποχή αυτή που δεν υπήρχε η σημερινή αφθονία στα παιχνίδια (όχι πως και τότε είχαμε λίγα) και μια σβούρα στην τσέπη ήτανε πολύτιμο απόκτημα.
Το παιδί άρχισε να τυλίγει τη σβούρα με σπάγκο, σαν αυτό που βάζανε παλιά στα παραγάδια, από το κάτω μέρος, όπου υπήρχε σφηνωμένο το μισό μιας πρόκας και συνέχιζε το τύλιγμα μέχρι τη γραμμή της σβούρας, λίγο πάνω από τη μέση, όπου ήτανε και το καλύτερο τύλιγμα για την μεγαλύτερη απόδοση της σβούρας. Στη συνέχεια τύλιγε τον υπόλοιπο του σπάγκου πρώτα στο μεγάλο δάχτυλο και μετά στο δείχτη και την εκσφενδόνιζε με δύναμη, κανονίζοντας με τέχνη την απόσταση που ήθελε να την στείλει. Η σβούρα με το ξετύλιγμα του σπάγκου έπαιρνε πολλές στροφές που τις συνέχιζε για αρκετή ώρα στο χώμα ή στο πεζοδρόμιο που την είχανε ρίξει. Πολλά παιδιά την έπιαναν με τέχνη από κάτω και η σβούρα συνέχιζε να γυρίζει για κάμποσο ακόμα στο χέρι τους.
Πολλά παιδιά είχανε τις τσέπες τους φουσκωμένες από σβούρες που είχανε κερδίσει στο παιχνίδι. Το παιχνίδι της σβούρας χρειαζότανε πολλή δεξιοτεχνία, εξάσκηση κι εμπειρία. Τα δυο παιδιά που μονομαχούσανε ποιος θα πάρει τη σβούρα του άλλου, φτιάχνανε ένα μικρό κύκλο, με διάμετρο καμιά δεκαπενταριά πόντους, όπου ο ένας παίχτης έβαζε την σβούρα του μέσα σ’ αυτό τον κύκλο. Ο αντίπαλος από μια απόσταση πέντε με έξι μέτρα, που καθοριζότανε με μια ίσια γραμμή, σημάδευε με τη σβούρα του την άλλη του αντιπάλου του στον κύκλο και αν την πετύχαινε ή η σβούρα έπεφτε μέσα στον κύκλο και με τις πολλές στροφές που έκανε ακουμπούσε την άλλη σβούρα και την έβγαζε από τον κύκλο την κέρδιζε. Διαφορετικά αλλάζανε ρόλους.
Πολύ καλός σ’ αυτό το παιχνίδι ήτανε ο Γιάννης Σαραντόπουλος (Μύγας) και ο Γιάννης Καραπανάγος (Μαρμελάδας) και οι τσέπες τους ήτανε πάντα φουσκωμένες από πέντε, δέκα ή και περισσότερες σβούρες που είχανε κερδίσει στο παιχνίδι.
Οι σβούρες γνωρίσανε τη χρυσή εποχή τους στις δεκαετίες του 50 και του 60. Από τη δεκαετία του 70 άρχισε σταδιακά να υποχωρεί το παιχνίδι αυτό, ενώ σήμερα με την παλιά του μορφή έχει εξαφανιστεί. Και να σκεφτεί κανείς ότι το παιχνίδι σβούρες το παίζανε από την αρχαιότητα, στα αρχαία ελληνικά ήτανε γνωστό με το όνομα «στρόβος».-




Comments (2)

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. Άρις Αντάνης says:

    Πολύ ωραίο κείμενο του αγαπητού συμμαθητή μου και φίλου Γιάννη Πουλάκη. Μας θύμισε τα παιδικά μας χρόνια, τότε που μετά το σχολείο τρέχαμε να συναντήσουμε τα άλλα παιδιά και να παίξουμε. Πολλά ήταν τα παιγνίδια και ανάλογα με κάθε εποχή το καθένα. Πολλά από αυτά μας τα έχει περιγράψει ο Γιάννης στο βιβλίο του και σε διάφορα δημοσιευμένα άρθρα του και είμαι σίγουρος θα μας δώσει και άλλες ευκαιρίες αναπόλησης, με το ιδιαίτερο ύφος του. Οι βώλοι πχ που εμείς τα λέγαμε βολάκια (πήλινα) – σε αντιστοιχία με τις γκαζές των Αθηναίων – γυαλένιες (γυάλινα) και βούζιους(ατσάλινα), το φίτσο με την ασετυλίνη, τα κοπάνια (μια μορφή… μπέιζμπολ, με το ξύλινο κοπάνι και την κλίσκιζα), τα τρίγωνα του Πάσχα, με μπαρούτι και φυτίλι, χλωρικό και θειάφι, με βότσαλο για έκρηξη με το πόδι ή μέσα σε κλειδί με πρόκα και χτύπημα στον τοίχο, τους χειροποίητους αϊτούς με μπλέ κόλλα τετραδίων και με αλευρόκολλα, τις σαϊτες και τα αερόστατα, και βέβαια τις σβούρες.
    Ο Γιάννης Πουλάκης με τις γλαφυρές και κατατοπιστικές περιγραφές του για τις σβούρες, μου θύμισε και κάποια άλλα στοιχεία:
    >Το “σπινάκι” ήταν μικρή σβούρα που πάνω στην παλάμη σχεδόν δεν την καταλάβαινες. Γύριζε σαν απαλό χάδι. Τα σπινάκια (από το εγγλέζικο spinning, που σημαίνει γρήγορη περιστροφική κίνηση) είχαν μεγάλη αξία και τα δείχναμε με καμάρι στους άλλους.
    >Ο παπατρέχας όπου συνήθως αντί για απλό καρφί βάζαμε αρβυλόπροκα και όχι μόνο γυριζε σαν τρελός αλλά πήδαγε κιόλας κι έκανε και θόρυβο. Με τον παπατρέχα γελάγαμε, γιατί όλα τα παιχνίδια είχαν το στοιχείο της άμιλλας και της νίκης και ήταν σοβαρές παιδικές ενασχολήσεις, με σκοπό την πρωτιά.
    > Κάποιοι μεγάλοι δεξιοτέχνες έκαναν διάφορα κόλπα ένα από τα οποία ήταν το άρπαγμα της σβούρας στον αέρα και το “σπινάρισμα” πάνω στην παλάμη αντί στο έδαφος.
    >Όσο λιγότερο θόρυβο έκαναν τόσο μεγαλύτερη αξία είχαν οι σβούρες.
    > Εκτός από τα ονόματα που ανέφερε ο Γιάννης, στη συνοικία “Δεντράκια” διακρίνονταν ο Δημήτρης Αλαφούζος, ο Πάνος Ζουρδός, ο Βαγγέλης Αναγνωστόπουλος, ο Γιώργος Αντάνης και ο… υποφαινόμενος!
    Τέλος αξίζει νομίζω να σημειώσουμε ότι, η αρχαία
    λέξη στρόβος (ή και στρόμβος δηλ. σβούρα), που αναφέρει πολύ σωστά ο Γιάννης Πουλάκης, προέρχεται από το ρήμα στρέφω. Από το στρόβο παράγονται οι λέξεις στρόβιλος, στροβιλίζομαι, ανεμοστρόβιλος, στρουμπίλι, στρεβλός, στρουμπουλός, το στρομπόλι, που μας ήρθε από το εξωτερικό ως stroboscope effect, και σημαίνει τη φωτεινή μπάλα που κρέμεται, γυρίζει και φωσφορίζει στις ντισκοτέκ (δισκοθήκη, κι αυτή δική μας λέξη), αλλά και το στροβοσκόπιο που είναι το λεγόμενο καλειδοσκόπιο.
    Ευχαριστούμε το Γιάννη Πουλάκη για το ωραιότατο κείμενό του.
    Άρις Αντάνης

  2. Κατερίνα Σ.Μ. says:

    Ίδιες με τις παλιές σβούρες, αλλά χωρίς το χρώμα, είχα βρει πριν 4-5 χρόνια στο πωλητήριο του Ε.Λ.Ι.Α., που εκτός από βιβλία, λευκώματα και αφίσσες έχει και συλλεκτικά παιχνίδια (σήμερα ο τομέας αυτός έχει φτωχύνει). Είχα πάρει μερικές – δεν ήταν καθόλου ακριβές – και τις μοίρασα σε πιτσιρίκια, που καθόλου δεν ενθουσιάστηκαν. Αλλά δεν συνέβη το ίδιο με τους μπαμπάδες και τους παππούδες τους – αυτοί παίζουν ακόμα με τις σβούρες.

Σχολιάστε