Λαογραφία: Οι παλιοί Βαλτετσιώτες και τα “Πιστόφια”



valtetsi4Γράφει ο Γιάννης Πουλάκης –
Λίγες μέρες πριν φτάσει η γιορτή του Αϊ-Δημήτρη, μέχρι και μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Νοέμβρη το αργότερο, ξεκινούσαν από το Βαλτέτσι οι τσελιγκάδες κι άλλοι τσοπάνηδες με τις φαμίλιες και τα κοπάδια τους να κάνουν το μακρύ και δύσκολο ταξίδι για το χειμαδιό στον Πόρο και την αντίπερα στεριά, όπου έφτιαχναν τις καλύβες τους και ξεχειμώνιαζαν.
Έβλεπες να φεύγουν από το Βαλτέτσι μπουλούκια-μπουλούκια σε μια μακρινή αράδα, άλλοι καβάλα, άλλοι πεζοί, άλλοι φορτωμένοι κι άλλοι λεύτεροι. Στ’ άλογα και τα μουλάρια τους, είχαν φορτωμένα μέχρι και το πανωγόμι όλα τα χρειαζούμενα, ακόμα και τα μακριά παλούκια, για να στήσουν της καλύβες τους πάνω στα βουνά.
Μπροστά πήγαιναν οι γυναίκες με τις πέτσινες κούνιες, τις λεγόμενες «νάκες», κρεμασμένες στους ώμους, ενώ άλλες γυναίκες σήκωναν στα χέρια τους τα νεογέννητα αρνάκια, που δυσκολεύονταν ακόμα να τρέξουν.
Από πίσω ακολουθούσαν τα κοπάδια με τους νέους και το παιδομάνι Έβλεπες παιδιά. να τρέχουν και να φωνάζουν στα τσοπανόσκυλα, να περιμαζέψουν τα κοπάδια. Στα μουλάρια ήταν ακόμα φορτωμένα καζάνια, καρδάρες και λεβέτια, τεντζερέδες, σκάφες, κότες κρεμασμένες από τα σαμάρια κατωκέφαλα, μπόγοι με ρούχα και κουβέρτες και διάφορα άλλα χρειαζούμενα. Για καμιά εικοσαριά μέρες έβλεπες τις ίδιες εικόνες, το ίδιο σκηνικό. Οι τσελιγκάδες με τις στάνες τους εγκατέλειπαν το Βαλτέτσι, μέχρι που το χωριό άδειαζε. Πίσω στο Βαλτέτσι δεν έμενε πια σχεδόν κανείς.
Φεύγοντας από το Βαλτέτσι, την πρώτη μέρα έφταναν στα Αγιογιωργίτικα και διανυκτέρευαν κοντά στο χωριό Στενό. Το δεύτερο βράδυ, αφού περνούσαν τον Αχλαδόκαμπο, έφταναν και διανυκτέρευαν στο βουνό, πάνω από τους Μύλους. Την Τρίτη μέρα όξω από τ’ Ανάπλι και περνούσαν το βράδυ κοντά στο χωριό Λιοντάρι, ενώ το τέταρτο βράδυ έφταναν και περνούσαν τη βραδιά τους κοντά στο χωριό ΄Ιρια και το τελευταίο πέμπτο βράδυ, έκαναν τη βραδινή στάση τους στη θέση Κόριζα, κοντά στο Ορθολίθι. Από κει άλλοι έπεφταν στη περιοχή από την Κοκκινιά μέχρι το Γαλατά κι άλλοι τραβούσαν για το Θερμίσι και την περιοχή της Ερμιόνης. Σαν βασίλευε ο ήλιος, άνθρωποι και ζωντανά, ψόφιοι από τη κούραση, έπεφταν για ύπνο.
Ο αψύς αέρας του βουνού ζωογονούσε τα πνευμόνια τους, έκανε το αίμα να κυκλοφορεί γρήγορα και έδινε δύναμη και αντοχή στο σώμα να ξεπερνάει τις κακουχίες και την κούραση του μεγάλου και δύσκολου ταξιδιού, πάνω στα κακοτράχαλα βουνά της Αρκαδίας και της Αργολίδας.
Στις πρόχειρες κατασκηνώσεις, που ‘καναν στο ταξίδι τους, έβαζαν πάνω στις σκεπές σαγιάσματα, φτιαγμένα με τραγίσιο μαλλί και δεν έμπαζαν στάλα νερό, όση βροχή κι αν έριχνε.
Ο κάθε τσοπάνης ήξερε καλά το κοπάδι του και το κάθε ζωντανό είχε το όνομά του συνήθως από το χρώμα του μαλλιού του. Λάγια έλεγαν τα πρόβατα που είχαν μαύρο μαλλί και καλέσια αυτά που είχαν άσπρο μαλλί και σιρίτια στη μούρη. Λιάρα ήταν τα πρόβατα με άσπρο και μαύρο μαλλί και μουντζούρια αυτά που είχαν άσπρο μαλλί στο σώμα και ολόμαυρη μούρη.

valtetsi2
Τα γίδια είχαν πάλι τα δικά τους ονόματα. Ρούσα έλεγαν αυτά με κοκκινωπό μαλλί, μοσκούρια αυτά με άσπρο και μαύρο χρώμα στη μούρη και στ’ αφτιά και μετσίνια αυτά που είχαν άσπρο και μαύρο μαλλί.
Το κατσίκι ενός χρόνου το ‘λεγαν «βετούλι», ενώ το αρνί ενός χρόνου «ζυγούρι». Την προβατίνα ή τη γίδα που δεν γεννούσε την έλεγαν «στέρφα» ή «μαρμάρα» και ήταν ότι το χειρότερο μπορούσε να έχει το κοπάδι. Συνήθως αν έμενε και δεύτερο χρόνο στέρφα την έδιναν στο χασάπη.
Πολλές οικογένειες περνούσαν στο νησί και βοσκούσαν τα κοπάδια τους στα βοσκοτόπια του Πόρου. Ο Μπάρμπα-Γιάννης ο Λάππας, που φορούσε ακόμα τις φουστανέλες του, έφερνε 300 πρόβατα, ο Μπάρμπα-Βαγγέλης ο Κόλιας 300 γίδια και οι Κυριακοπουλαίοι στη μεριά του Μοναστηριού πάνω από 500 γιδοπρόβατα.
Σ’ όλα τα βουνά του νησιού βoσκούσαν χειμώνα-καλοκαίρι γιδοπρόβατα που γιόμιζαν τον αέρα με κουδουνίσματα από τους ήχους των κουδουνιών και των τροκανιών που φόραγαν στο λαιμό τους, στα γκεσέμια και στ’ άλλα μπροστάρικα ζωντανά. Τα κατσίκια πηγαινοέρχονταν από θέση σε θέση διαλέγοντας το φρέσκο χορτάρι και κορφολογώντας το ροδάμι των πουρναριών.
Τα κοπάδια αυτά μαζί με τα μόνιμα του Βαγγέλη του Καΐκα στο Φανάρι, των Ρόδηδων στη Βρυσούλα και των Μοσχογιανναίων στο Μπίστι και στη Σκάρπεζα, καθώς και τα μικρότερα του Μαμάτουλη του Βαγγέλη Ζεντέλη και άλλων μικροκτηματιών αποτελούσαν τον ζωικό πλούτο του νησιού, που ξεπέρναγε τα 5.000 κεφάλια.
Σ’ όλα τα βουνά του νησιού βοσκούσαν όλο το χειμώνα τα γιδοπρόβατα και γιόμιζαν τον αέρα από τα κουδουνίσματα, τους ήχους των κουδουνιών και τροκανιών που φορούσαν στο λαιμό τους, στα γκεσέμια και σ’ όλα τα αρσενικά συνήθως ζώα.

valtetsi 1
Ανήμερα του Αϊ-Γιώργη οι τσοπάνηδες είχαν και έχουν ακόμα τη γιορτή τους. Μαζεύονταν πολλές οικογένειες, άρχιζαν κουβέντες για τις στάνες, τ’ αρνιά και τα βοσκοτόπια γύρω από το σουβλισμένο αρνί και οι γυναίκες ετοίμαζαν τα πράγματα για το δρόμο της επιστροφής στο Βαλτέτσι που ξεκινούσε πάντα την επόμενη του Αϊ-Γιώργη. Ακολουθούσαν σχεδόν τον ίδιο δρόμο, τα ίδια περάσματα και σε πέντε μέρες έφταναν στο Βαλτέτσι, όπου τα χιόνια πια είχαν λιώσει και τα βουνά της Αρκαδίας είχαν πρασινίσει.
Με το μπάσιμο του κοπαδιού στο Βαλτέτσι και το σμίξιμο της οικογένειας άρχιζαν γιορτές και γλέντια για όλο το χωριό. Ήταν τα πιστρόφια των τσοπαναραίων στα πάτρια εδάφη. Γύρω από την ταβέρνα, που ήταν στο κέντρο του χωριού και κάτω από τα πελώρια πλατάνια, αρνιά έμπαιναν στη σούβλα και τα κλαρίνα έπαιζαν μέχρι πρωίας.
Πολλές οικογένειες από το Βαλτέτσι, που είχαν εγκατασταθεί από παλιά στα βουνά της Νεμέας στη Κορινθία, ακολουθούσαν κι αυτοί ένα παράλληλο δρομολόγιο από τα χωριά της Νεμέας (Ψάρι, Λεόντιο, Γκούρα κ.λ.π.) με τον ίδιο τρόπο, στον ίδιο χρόνο και πήγαιναν στα «χειμαδιά», όπου ενώνονταν με τους άλλους που έρχονταν από το Βαλτέτσι και ξεχείμαζαν μαζί. Το δρομολόγιο που ακολουθούσαν ήταν περίπου το ίδιο με των άλλων που ερχόντουσαν από το Βαλτέτσι. Το πρώτο βράδυ έφταναν και διανυκτέρευαν στους πρόποδες του βουνού πριν από το χωριό της Αργολίδας «Φίχτια», τη δεύτερη μέρα στο βουνό «Αμαργιανός» της Αργολίδας, την τρίτη μέρα διανυκτέρευαν στο βουνό κοντά στο χωριό «Αδάμι». Στη συνέχεια ακολουθούσαν το ίδιο δρομολόγιο με τους άλλους, που ερχόντουσαν από το Βαλτέτσι
Με τα χρόνια όμως πολλές οικογένειες, επειδή κουράστηκαν απ’ αυτό το πήγαινε-έλα, έδωσαν όλες τις οικονομίες τους κι αγόρασαν τις μεγάλες εκτάσεις, όπου περνούσαν το χειμώνα τους. Οι εκτάσεις αυτές άρχιζαν από τα κράσπεδα της Ερμιόνης κι έφταναν μέχρι το Δαμαλά, τη σημερινή Τροιζήνα. Μερικοί αγόρασαν εκτάσεις και μέσα στο νησί του Πόρου. Έτσι σιγά-σιγά έμειναν όλοι αυτοί, μόνιμα πια, στον Πόρο και το Γαλατά.

valtetsi3
Σήμερα οι πιο πολλές οικογένειες του Γαλατά και πολλές του Πόρου έχουν Βαλτετσιώτικη καταγωγή. Αυτές είναι Μέλλου, Γκίνη, Σαμπάνη, Κουτουζή, Μπίσια, Σαραντόπουλου, Μακρογιάννη, Παλυβού, Κοκκάλα, Ψωμά, Στάϊκου, Κρίκωνα, Δούρου, Κυριακόπουλου, Βασιλακόπουλου, Βλάχου, Δημαράκη, Πολλάλη, Ντάρτουλα, Καΐκα, Κωστελένου, Μητσόπουλου, Κόλλια και μερικές άλλες οικογένειες.
Ένα μοναδικό έθιμο που συναντούσε κανείς μόνο στο Βαλτέτσι. από όλο τον ελληνικό χώρο ήταν «ΤΑ ΠΙΣΤΡΟΨΙΑ».
Όταν παντρευόταν μια Βαλτετσοπούλα, συνήθως με προξενιό, το πρώτο γλέντι μετά το γάμο, το βράδυ της Κυριακής, γινόταν στο σπίτι του γαμπρού. Την επόμενη όμως Κυριακή, όταν πια είχε εγκατασταθεί το ζευγάρι στο δικό του σπίτι, όλο το σόι του γαμπρού με νταούλια και κλαρίνα πήγαιναν στο σπίτι της νύφης κι άρχιζε ένα τρικούβερτο γλέντι, που πολλές φορές κρατούσε και τρεις μέρες. Ήταν τα «πιστρόφια» της νύφης στο πατρικό της σπίτι. Μετά το τέλος του γλεντιού, φόρτωναν τα προικιά της νύφης, κουβέρτες, χράμια, χαλκωματένια καζάνια και τεντζερέδες, ρουχισμό, κεντήματα κι ότι άλλο έπαιρνε μαζί της η νύφη και όλοι μαζί γύριζαν στο καινούργιο κονάκι, όπου είχε εγκατασταθεί το νιόνυμφο ζευγάρι.
Αλίμονο όμως αν η νύφη δεν βρισκόταν αγνή, δηλαδή παρθένα. Τότε ο γαμπρός ζήταγε «πανωπροίκι». «Τη βρήκα Τρούπια», έλεγε κι απαιτούσε παραπάνω προίκα από αυτή που του είχε υποσχεθεί ο πατέρας της νύφης.
Το έθιμο αυτό με τα «πιστρόφια», το τηρούσαν ακόμα και όταν η νύφη παντρευόταν σ’ άλλο χωριό, κοντά ή μακριά από το Βαλτέτσι. Ακόμα και στα μέρη του Πόρου και γενικά της Τροιζηνίας, όπου ξεχειμώνιαζαν πολλοί Βαλτετσιώτες ή είχαν εγκατασταθεί εκεί μόνιμα πια, τηρούσαν σχολαστικά το έθιμο με τα «πιστρόφια».
΄Ετσι το νιόπαντρο ζευγάρι έφευγε την Τετάρτη μετά το γάμο, που γινόταν στην περιοχή του Πόρου, καβάλα σ’ αλογομούλαρα και πήγαινε μέσα από γιδόστρατα μονοπάτια στη γενέτειρα γη του Βαλτετσιού για τα «πιστρόφια».
Ο πατέρας μου, που έμενε στον Πόρο και παντρεύτηκε το 1933 τη Βαλτετσιοπούλα μητέρα μου, το γένος Μέλλου, τη δεύτερη Κυριακή μετά το γάμο, πήρε τη νύφη και μ’ ένα άλογο γύρισε στο πατρικό σπίτι της νύφης στο Βαλτέτσι για να στηθεί τριήμερο γλέντι και να τηρήσει το έθιμο των «Πιστροφιών». Θυμάμαι που μου έλεγε, πως επειδή ήταν χειμώνας και βράδιασαν στο βουνό, ζύγωσαν σε μια στάνη κι ετοιμάστηκαν να στρώσουν και να κοιμηθούν σ’ ένα υπόστεγο που υπήρχε κοντά στο τσοπανόσπιτο. Τους πήραν όμως είδηση τα σκυλιά που όρμισαν καταπάνω τους με άγρια γαβγίσματα. Βγήκε και ο τσοπάνης μ’ ένα γκρα στο χέρι, γιατί φοβήθηκε πως είχε να κάνει με ζωοκλέφτες. Όταν όμως ο πατέρας μου του εξήγησε πως ήταν νιόπαντροι και γύριζαν στο Βαλτέτσι για τα πιστρόφια, τους πήρε στο σπίτι του, τους φιλοξένησε και τους έβαλε να κοιμηθούν σ’ ένα πρόχειρο κρεβάτι.
Με την πάροδο των χρόνων όμως και με τις παγωνιές και τα χιόνια, που δυσκόλευαν φοβερά τη διαδρομή για το Βαλτέτσι, τους χειμερινούς μήνες, το τάμα των «πιστροφιών» καθιερώθηκε, για τη νύφη που παντρευόταν σε μακρινά μέρη ή στην αλλοδαπή, να εκπληρώνεται, κατά τη γιορτή της Παναγίας, το Δεκαπενταύγουστο, στο μεγάλο πανηγύρι του Χωριού.
Τα «πιστρόφια» έπρεπε οπωσδήποτε να γίνουν, έστω και αργοπορημένα. Έπρεπε να τηρηθεί η παράδοση. Η ζωή της περιπλάνησης είχε και τις ομορφιές της
Όμως ο χρόνος στο πέρασμά του συντρίβει κι αφανίζει τα πάντα. Τ’ αλλάζει όλα, πράγματα, ανθρώπους, ιδέες, ήθη και έθιμα. Αλλάζει ο τρόπος ζωής τ’ ανθρώπου. Ότι είναι σήμερα καινούργιο, επίκαιρο, αύριο θα ‘χει χαθεί, θα ‘χει γίνει σκόνη. Έτσι είναι η ζωή.
Και η όμορφη αυτή Βαλτετσιώτικη παράδοση των «πιστροφιών» σιγά-σιγά άρχισε να ξεφτίζει. Κράτησε μέχρι τη δεκαετία του 60. ΄Όμως πολλοί Βαλτετσιώτες, αλλά και άλλοι με Βαλτετσιώτικη καταγωγή τηρούν κάπου-κάπου και σήμερα την ωραία αυτή παράδοση. Πολλές φορές μάλιστα έρχονται και από το εξωτερικό για να τηρήσουν το έθιμο των «πιστροφιών».
Αυτά ήταν τα περίφημα «πιστρόφια» του Βαλτετσιού, που οι σημερινοί απόγονοι των παλιών αυτών Βαλτετσιωτών καλό είναι να τα γνωρίζουν.-
Στη μνήμη της μητέρας μου Γεωργίας Πουλάκη, το γένος Βασιλείου Μέλλου. που στα 1933 είχε τηρήσει το έθιμο των «ΠΙΣΤΡΟΦΙΩΝ».




Comments (1)

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. ΛΕΒΕΙΔΙΩΤΗ ΜΑΡΙΑ says:

    ΜΠΡΑΒΟ κ. ΓΙΑΝΝΗ ΠΟΥΛΑΚΗ.

Σχολιάστε