Λαογραφία: Οι “κορονατζήδες” της Ρουκουτίμας



Drachmas

Γράφει ο Γιάννης Πουλάκης – 

Ρε τι χαμός γινόταν με την «κορώνα»  τα παλιά χρόνια στη Ρουκουτίμα, τις μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς! Από νωρίς το πρωί οι πιτσιρικάδες μόλις τελείωναν με τα κάλαντα κι έπιαναν καλή συρμαγιά στην τσέπη τους, μαζευόντουσαν στη Ρουκουτίμα κι άρχιζαν να παίζουν «κορώνα».

Σχημάτιζαν ένα κύκλο από τέσσερα έως δέκα παιδιά κι ο «κορονατζής» έπαιρνε ένα κέρμα στο χέρι του, που συνήθως ήταν τάλιρο ή δεκάρικο, το στήριζε ανάμεσα στο μεγάλο δάχτυλο και στο δείκτη και ποντάριζε με τον δεξιά διπλανό του παίχτη το ποσόν που συμφωνούσαν. Ένα φράγκο του έλεγε ο «γείτονας». Έφυγε, απαντούσε ο παίχτης και χτυπούσε με το νύχι του μεγάλου δάχτυλου το νόμισμα, με τέτοια δύναμη και τέχνη, που αυτό στριφογύριζε στον αέρα, στροβιλιζόταν και φαινόταν πως ανέβαινε ψηλά και κατέβαινε σαν μια στρογγυλή μικρή μπάλα. Οι πιθανότητες να έρθει κορώνα ή γράμματα ήταν μισές-μισές. Αν το νόμισμα ερχόταν «κορώνα», δηλαδή με το κεφάλι που είχε παράσταση το κέρμα, κέρδιζε το φράγκο ο παίχτης και προχωρούσε στον επόμενο. Αν ερχόταν γράμματα, τότε πλήρωνε το φράγκο στον αντίπαλο και συνέχιζε ο κερδισμένος τη μάνα.

Η κορόνα ξεκινούσε στη Ρουκουτίμα την παραμονή των Χριστουγέννων, πρώτα, όπως προαναφέρθηκε, με τους μικρούς που είχαν οικονομήσει κάμποσες δραχμές από τα κάλαντα και μετά έμπαιναν στο παιχνίδι και οι μεγαλύτεροι. Εκεί όμως που γινόταν μεγάλο παιχνίδι ήταν την παραμονή κι ανήμερα της πρωτοχρονιάς. Τότε μαζεύονταν οι Μπρινιώτες κορονατζήδες, αλλά και άλλοι από ολόκληρο τον Πόρο και σιγά-σιγά άρχιζε το πρώτο χοντρό παιχνίδι. Ο Σταύρος  Βατικιώτης (Φάρσας), ο Γιακουμής Παπαδόπουλος (μπαρμπέρης), ο Χρήστος Μακρής, ο Νίκος Λεσιώτης (Σούτας), ο Λόλης ο Μακρής, ο Παύλος Δανέζης, οι Δάγκληδες, πολλές φορές κι εγώ (όταν είχα μαζέψει από το ποδαρικό «καλό κεφάλαιο», καθώς και καμιά τριανταριά άλλοι που δεν χωρούνε εδώ τα ονόματά τους, έπαιρναν μέρος στην κορόνα της Ρουκουτίμας. Από κει περνούσαν και μερικοί που δεν ήταν κορονατζήδες, αλλά απλώς τζογάριζαν ένα δεκάρικο ή εικοσάρικο, για το καλό του χρόνου όπως έλεγαν. Το έχαναν, έλεγαν «και του χρόνο να ‘μαστε καλά»  κι έφευγαν.

Αυτός που ήταν φανατικός κορονατζής ήταν ο Χρήστος ο «Μουγγός». Είχε ένα κέρμα, μάλλον αραβικό ή τούρκικο, που η κορόνα του είχε κάτι καλικατζούρες, και τα γράμματα κάτι ανάλογο και δύσκολα μπορούσε να διακρίνει κανείς την κορόνα από τα γράμματα. Ο Χρήστος το ‘πιανε πρώτος κι όλο την κορόνα έδειχνε, μέχρι που κάποιο παιδί αγανάκτησε και του το πέταξε κατά τα Χορταράκια και τον ανάγκασε να στρίβει με ελληνικό κέρμα. Αλλά και πάλι πιο πολλές κορόνες έφερνε, γιατί βλέπεις η τύχη του ‘δειχνε ένα μικρό τόσο δα κομματάκι εύνοιας απ’ ότι του είχε ολοκληρωτικά στερήσει στη ζωή. Μερικοί πονηροί για ν’ αποφύγουν τη σειρά τους ποντάριζαν δεκάρικο αντί για δίφραγκο που ήταν το κανονικό. Ο καημένος ο Χρήστος δεν το δεχόταν, κουνούσε το κεφάλι αρνητικά και με το χέρι του έδειχνε τα δυο δάχτυλα. Μέχρι εκεί ήθελε ποντάρισμα.

ΚερματαΚατά το μεσημέρι έφταναν από την Πούντα ο Στέλιος Κλάψης, ο συχωρεμένος ο Γκίκας Παγώνης και μερικοί άλλοι,  αρκετά «φορτωμένοι» με μπόλικα χιλιάρικα. Τότε το παιχνίδι αγρίευε και τα πονταρίσματα ξεκινούσαν από πενηντάρικο κι έφταναν μέχρι ένα ή και παραπάνω χιλιάρικα.

Ο παίχτης Έβαζε πάλι το νόμισμα στο χέρι του και κοιτούσε τον πλαϊνό του κατάματα. Πενηντάρικο έλεγε αυτός και το πετούσε στο χώμα. Έστριβε το κέρμα ο κορονατζής  κι αν ερχόταν κεφάλι, έπαιρνε το πενηντάρι και το έβαζε μπροστά στα πόδια του, μαζί με τα άλλα, που είχε κερδίσει νωρίτερα.. Όσα έχεις μπροστά σου, πρότεινε ο επόμενος στη σειρά. Η σειρά πήγαινε πάντα από δεξιά προς τα’ αριστερά. Αν ήθελε η «μάνα», δεχόταν την πρόκληση, αλλιώς του έλεγε να βάλει πενηντάρι, που είχαν συμφωνήσει πως θα ήταν στην αρχή το μεγαλύτερο ποντάρισμα. Αν έφερνε πέντε-έξι κορώνες  συνέχεια, μάζευε αρκετό παρά μπροστά του. Τότε μερικοί τζογάριζαν πενηντάρι που όμως μέσα είχαν κρύψει χιλιάρικο που δεν φαινόταν. Αν έφερνε κορόνα, ξετύλιγε το πενηντάρι και μόλις έβλεπε το χιλιάρικο το χαμόγελο έφτανε μέχρι τα’ αφτιά του. Όταν όμως έφερνε γράμματα και πλήρωνε με γκρίνια, όχι μόνο το πενηντάρι που φαινόταν, αλλά και το χιλιάρικο που ήταν κρυμμένο μέσα του. Όταν κάποιος δεν έστριβε καλά το νόμισμα στον αέρα, ώστε αυτό να στροβιλίζεται κανονικά, τότε ο αντίπαλος είχε δικαίωμα να του πει «κομμένη», οπότε το στρίψιμο αυτό ήταν άκυρο και γινόταν πάλι από την αρχή. Όταν το κέρμα πέφτοντας στο χώμα, είτε γιατί αυτό ήταν μαλακό, είτε γιατί στεκόταν σε κάποιο πετραδάκι όρθιο, «κόχη» φώναζαν και τότε νικητής δεν ήταν κανένας. Έτσι ο παίχτης το ξανάστριβε.

Βέβαια πάντα υπήρχαν και οι μπαγαπόντηδες. Όταν το κέρμα που έστριβε η μάνα, έκανε γκελ και απομακρυνόταν από τον κύκλο των παικτών, έτρεχε ο ένας από τους δύο παίχτες που είχαν ποντάρει το σήκωνε και φώναζε «κορώνα» ή «γράμματα», ανάλογα τι τον συνέφερε. Ο άλλος δεν το δεχόταν αυτό κι άρχιζαν ομηρικοί καβγάδες.

Η κορόνα, παρότι φαίνεται καθαρά τυχερό παιχνίδι, στην πραγματικότητα δεν ήταν. Οι κορονατζήδες είχαν εφεύρει διάφορες τεχνικές για να φέρνουν πιο συχνά κορόνα και γι’ αυτό έκαναν από μέρες «προπόνηση». Ένας έριχνε το κέρμα σε χαμηλό ύψος, οπότε άκουγε τη γκρίνια του συμπαίκτη του. «Στρίφτο πιο ψηλά ρε». Πολλοί είχαν αναγάγει σε επιστήμη όχι μόνο το ύψος και τον τρόπο του στριψίματος, αλλά και η θέση που έβαζαν το νόμισμα στο χέρι τους για να το στρίψουν. Άλλοι προτιμούσαν να δείχνει κορόνα κι άλλοι γράμματα. Μερικοί, πιο ξύπνιοι τη μια φορά το έβαζαν με κορόνα και την επόμενη με γράμματα. Άλλος του έδινε μια στριψιά και το ‘στελνε μεσούρανα. Νόμιζε πως έτσι θα του έφερνε κορόνα. Πιο πολλές κορόνες έφερναν τα μικρά νομίσματα. Το δεκάρικο και το τάλιρο.

Άλλοι θεωρούσαν γούρικο το νόμισμα που «έστριβε» κι έφερνε πολλές κορώνες και το φύλαγε σαν τα μάτια του να το έχει και την επόμενη χρονιά. Άλλος τα έβαζε με το «στριφτό» σαν «γκαντέμικο» και στη τρίτη ή τέταρτη φορά που του ‘φερνε γράμματα του ‘δινε μια και το ξαμόλαγε  τόσο δυνατά  να βγάλει το άχτι του, που έφτανε μέχρι και τα «Χορταράκια». Τις επόμενες μέρες οι πιτσιρικάδες έψαχναν κι έβρισκαν τάλιρα και δεκάρικα, καθώς και άλλα κέρματα που είχαν πετάξει οι κορωνατζήδες πάνω στα νεύρα τους.

1962-1drxΤακτικοί κορονατζήδες ήταν τα περισσότερα παιδιά της Μπρίνιας, αλλά και μεγάλοι. Όταν ο κύκλος που σχημάτιζαν οι κορωνατζήδες έφτανε πάνω από οκτώ έως δέκα άτομα, τότε ξέκοβαν τρεις με τέσσερις και μαζί με άλλους έφτιαχναν νέα ομάδα. Έτσι έβλεπες στη Ρουκουτίμα, τα χρόνια εκείνα, να παίζουν κορώνα σε τρεις και παραπάνω κύκλους των δέκα περίπου ατόμων ο καθένας.

Εκείνο που πολλοί είχαν για γούρικο στριφτό ήταν το δεκάρικο που στην κορόνα είχε το πρόσωπο του βασιλιά Παύλου. Άλλοι είχαν το παλιό χάλκινο δεκαράκι του Γεωργίου.

Άλλοι έστριβαν με  παλιά προπολεμικά κέρματα για πιο γούρικα. Όπως το παλιό δεκάρικο με τη Θεά Δήμητρα ή το εικοσάρικο με το Θεό Ποσειδώνα.

Μερικοί είχαν φροντίσει να ‘χουν στη διάθεσή τους ακόμα πιο παλιά νομίσματα, όπως χάλκινους «φοίνικες» του Καποδίστρια ή ασημένιες δραχμές του παλιού βασιλιά Γεωργίου, ακόμα κι ασημένια τάλιρα του Όθωνα.

Αργά το μεσημέρι  το παιχνίδι χόντραινε. Η μαρίδα που είχε μαζέψει τα ψιλά από τα κάλαντα ή το μποναμά από το «ποδαρικό»,  θα είχε χάσει στην κορώνα όλη την «περιουσία» της ή θα την είχε διπλασιάσει και θα είχε φύγει. Έμεναν μόνο οι «σοβαροί» παίχτες. Τότε στο «φούντωμα» του παιχνιδιού, άκουγες φωνές, φασαρία, βρισιές, γέλια, τσακωμούς, βλαστήμιες και όλα αυτά που είναι επακόλουθο του τζόγου, μικρού ή μεγάλου.

Μεγάλη πέραση στο στρίψιμο είχαν ακόμα το τάλιρο του 1030, καθώς και το φράγκο και το δίφραγκο του 1926.

Ο συχωρεμένος ο Γκίκας, είχε ένα μπουγέλο γεμάτο πενηντάρικα, κατοστάρικα, πεντακοσάρικα και χιλιάρικα, όλα αχταρμάς, άπλωνε το χέρι, έπιανε μια χούφτα και τα ποντάριζε

Μια φορά ο συχωρεμένος ο Χρήστος ο Μακρής είχε φέρει στη Ρουκουτίμα μια χρυσή λίρα για να του φέρνει περισσότερες κορόνες. Σιγά, όλο γράμματα έφερνε. Με τα πολλά έκανε να της δώσει μια και να την πετάξει στα χορταράκια, όμως του ‘πεσαν  πάνω όλοι και πιο πολύ η γυναίκα του η Κική, που τον κατσάδιασε. «Ρε Χρήστο παλάβωσες, του είπε, γιατί χάνεις ένα πενηντάρι στην κορόνα πας να πετάξεις τη λίρα που κάνει 300 δραχμές».

Μεγάλο ρόλο στην κορόνα έπαιζε και η στρατηγική που ακολουθούσε ο κάθε παίχτης, Έπρεπε να ξέρει όχι μόνο πότε θα ποντάρει μικρό και πότε μεγάλο ποσό, αλλά και σε ποιον θα το ποντάρει. Υπήρχαν παίχτες στη Ρουκουτίμα, που είχαν βγει κερδισμένοι χωρίς να καταφέρουν καμιά σχεδόν κορονιά. Ποντάριζαν πιο πολύ στα «γράμματα» του αντίπαλου.

Πάντως οι πιο μεγάλοι «κορονατζήδες» της εποχής αυτής ήταν ο Σταύρος Βατικιώτης (Φάρσας), Στέλιος Κλάψης, Παύλος Δανέζης και ο συχωρεμένος Γκίκας Παγώνης.

Πολλοί ήταν αυτοί που δεν έπαιζαν, απλώς στέκονταν κι έκαναν χάζι με τον τζερτζελέ που γινόταν. Αλίμονο όμως αν ο διπλανός του έφερνε κανά δυο απανωτές φορές γράμματα.

-Δεν κουνιέσαι κανά βήμα πιο πέρα ρε μάστορα, μ’ έχεις καρφώσει και δεν μπορώ να σταυρώσω μια κορόνα, ίσα         που δεν τον έβριζε κι ο «θεατής» απομακρυνόταν μουρμουρίζοντας.

Το νταμάχι ήταν τόσο μεγάλο για το παιχνίδι, που μερικοί «σοβαροί παίχτες» δεν  πήγαιναν ούτε σπίτι τους για το παραδοσιακό πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, όπου τους περίμενε η οικογένεια και συνέχιζαν να παίζουν κορώνα μέχρι αργά το βράδυ που σουρούπωνε και δεν έβλεπαν άλλο, ενώ μερικές φορές συνέχιζαν ακόμα να στρίβουν το στριφτό και κάτω από το φως της κολόνας της ΔΕΗ που βρισκόταν κολλημένη στον τοίχο του σπιτιού της κυρά Μαρδίτσας του Λύκου.

Εκεί που γινόταν πραγματικά χαμός ήταν στις γυναίκες που έπαιζαν στη Ρουκουτίμα, αντί για κορόνα «τσικάκι». Αλλά γι’ αυτό χρειάζεται ειδικό κεφάλαιο –




Σχολιάστε