In Memoriam: “Έφυγε” ο Χρυσόστομος (Τότος) Λαζάρου



totosΓράφει ο Νίκος Λαζάρου – 

Απεβίωσε την Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013 κάπου γύρω στις 12.30 το μεσημέρι ο Χρυσόστομος, κατά κόσμον Τότος, Λαζάρου από το Γαλατά, το γένος Μέξη και συγγενείς με τους Λαζάρου-Καρδάση, σε ηλικία 64 ετών.

Ναι ρε συ, ο Τότος. Ένας χαρούμενος, κεφάτος, αξιόλογος άνθρωπος και θαυμάσιος σύζυγος και πατέρας, με ένα εξαιρετικό χαμόγελο. Ένας παρευρισκόμενος στην κηδεία του μου είπε «ο Τότος σε έβλεπε, γέλαγε και μετά σου μιλούσε». Άλλος ανέφερε «ο μπαμπάς σου ήταν μια ψυχούλα, μεγάλος πλακατζής σου λέω, το καλύτερο παιδί». «Πήγαινα στην Αλυκή για μπάνιο και βρήκα το πατέρα σου με το ‘Σταμά’ στην ταβέρνα πριν την παραλία και είχαν και ένα πιάτο μαριδάκι στη μέση, τσιμπάγανε και γελάγανε. Τους ρωτάω ‘θα ‘ρθετε για μπάνιο;’ ‘Κάτσε να σε κεράσουμε, φάε λίγο μαριδάκι!’ ‘Δε θέλω άσε θα πάω για μπανιο.’ Γυρνάω μετά από κανά δυο ώρες, και ήταν ακόμα εκεί, γελάγανε με την ψυχή τους. Δεν έφτασαν ποτέ ως την παραλία…». Πολλοί μου έλεγαν κάποια ανάμνηση που περιήχε πλάκα, χαρά. Άλλοι μου έλεγαν για το χαμόγελό του. Καταλήγω λοιπόν ότι ο Τότος άφησε πίσω του μόνο ωραίες σκέψεις και το χαμόγελό του, το πιο χαρακτηριστικό του στοιχείο, μέσα σε πολλούς ανθρώπους. Το εύχομαι ολόψυχα να είναι έτσι.

 

Ας πούμε λοιπόν δυο-τρία πράγματα για την πολυσχιδή ζωή του και τι έργο και ευθύνη αφήνει πίσω του.

 

Για τα παιδικά του χρόνια δεν ξέρω πολλά, γνωρίζω μόνο ότι ήταν δύσκολα, «έτυχε νά ναι τα χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοί». Γεννήθηκε 12 Μαΐου 1949, το τρίτο από τα εφτά παιδιά του Νίκου Λαζάρου και της Σοφίας Μέξη. Ζούσαν στην Τροιζήνα, στο Βίδι και στο Γαλατά. Του άρεσαν πολύ τα άλογα και είχε ένα, το Γιώργο, που το αγαπούσε και το φρόντιζε. Πήγαινε μετά το σχολείο για ψάρεμα, για κυνήγι με τον πατέρα του και τα αδέρφια του και βοηθούσε και αυτός για να τα βγάλουν πέρα. Αποφοιτώντας από το σχολείο, πήγε στη σχολή ηλεκτρολόγων εμπορικού ναυτικού και μετά έπιασε δουλειά σαν ηλεκτρολόγος στη ναυτιλιακή εταιρεία του Χανδρή. Μπάρκαρε και γύρισε όλον τον κόσμο. Έχουμε φωτογραφίες από την Βόρεια και τη Νότια Αμερική, την «Καραβαϊκή», την Αυστραλία, ήταν στον Περσικό κόλπο κατά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ και φορτώνανε πετρέλαιο «με τους πυραύλους να περνάνε απο πάνω μας, και τα αμερικανικά πολεμικά αεροπλάνα να μας συνοδεύουν», από τα νησιά Φίτζι με κάποιους ιθαγενείς, «αυτοί βαράγανε ένα τύμπανο ρε όλη μέρα», από την Ανταρκτική, μέχρι και οι πειρατές τον βρήκαν μια φορά. Έχουμε φωτογραφίες από «όμορφες ώρες, σε γιορτές με φώτα πολύχρωμα», που προκαλούν τη φαντασία για το πόσο όμορφα πέρναγε στη ζωή του.

 

Σε ένα από αυτά τα ταξίδια το 1972, γνωρίζει την μήτερα μου την Χριστίνα, εξ Αγγλίας ορμώμενη. Φεύγανε για τα μπάρκα κυρίως από το Σαουθάμπτον, που έπειτα έπαιξε έναν αναπάντεχο ρόλο στη ζωή του. Παντρευτήκανε εν χορδαίς και οργάνοις το 1979 στη Νίκαια και συνέχισαν τα ταξίδια τους. Το 1982 απέκτησαν το γράφοντα, το Νίκο και το 1984 τη «Λούμπη». Έπειτα ο μπαμπάς, για να μη μεγαλώσουν τα παιδιά χωρίς πατέρα, άφησε τη θάλασσα και η οικογένεια μετακόμισε στο Γαλατά, με τα παιδιά ελεύθερα στην εξοχή και όχι σε διαμέρισμα. Οι πρώτες μου αναμνήσεις ήταν από εκεί και είναι όλες γεμάτες χαρά και αθωότητα. Ψάρεμα, περιβόλι, έσκαβα γούβες για να πιάνω τις κότες αλλά αντί γι’ αυτές έπεφτε μέσα ο Τότος ή ο παππούς και μετά με κυνηγάγανε.

 

Με το μόλις μεγάλωσα λίγο εγώ και η αδερφή μου, μετακομίσαμε στην Αθήνα όπου δούλευε το ταξί. Αντί για τις θάλασσες, ταξίδευε τους δρόμους της Αθήνας και τα καλοκαίρια τα περνάγαμε στο Γαλατά και τον Πόρο. Δεν ζούσαμε πλουσιοπάροχα από πλευράς υλικών αγαθών, «διψάσαμε το μεσημέρι μα το νερό γλυφό», αλλά είχαμε μπουχτίσει από αγάπη και το χαμόγελο, χαμόγελο.

 

Έπειτα, αφού μεγαλώσαμε λίγο ακόμα και ήμασταν σε ηλικία για να καταλάβουμε τι γινόταν και να αναλάβουμε κάποιες στοιχειώδεις ευθύνες, ξαναμπάρκαρε. Πήγε στην Κένυα, στην Κύπρο, πήγαμε τον βρήκαμε, κάναμε Χριστούγεννα με σούβλα πάνω στο κατάστρωμα και μας έκαψε ο ήλιος στη Λεμεσσό. Μπαρκάραμε και εμείς ένα καλοκαίρι μαζί του, και με έβρισκε να ψαρεύω από ένα φυνιστρίνι σε όποιο λιμάνι πιάναμε και μου έκανε πλάκα. Μετά ξαναγύρισε στο ταξί, όταν πλέον τα παιδιά του μεγάλωσαν και μπήκαν στο πανεπιστήμιο, καιρός για εμάς τώρα να πάρουμε το δρόμο μας. Τα χρόνια δυσκόλεψαν τελευταία, «κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά κάποτε δεν τα βρίσκει- το κυνήγι ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια-» ο Τότος όμως γελούσε. Ο γιός του κερδίζει μια υποτροφία και παει στο Σαουθάμπτον για μεταπτυχιακές και ύστερα διδακτορικές σπουδές. Τώρα διδάσκει εκεί στο πανεπιστήμιο. Η κόρη του ακολουθεί και αυτή τα βήματα του πατέρα της, μπαρκάρει σε καράβι από τη Νορβηγία και φτάνει στην Ινδία και έτσι χρηματοδοτεί τις μεταπτυχιακές σπουδές της στο Σαουθάμπτον. Τώρα είναι δικηγόρος στο Λονδίνο με ειδικότητα το ναυτικό δίκαιο. Ο Τότος γέλαγε και έλεγε τις ιστορίες για το Σαουθάμπτον της νιότης του, πού φορτώσανε το πρώτο του αυτοκίνητο πάνω στο βαπόρι εκεί (και δεν ήξερε καν να οδηγεί όταν το αγόρασε!), και για το πόσο τον έτρωγε το «μπούζι και το κρύο» του τόπου («αυτό το τσουρ-τσουρ!»).

 

Το καλοκαίρι έλαμψε για τελευταία φορά, σαν διάττοντας αστέρας. Στην Αθήνα δεν είχε κουράγιο ούτε να σηκωθεί από την καρέκλα. Και γι’αυτό πήγαμε στο Γαλατά. Πήγαινε από εδώ από εκεί, αεικίνητος και με εξέπληξε με αυτή την αναπάντεχη μεταμόρφωσή του. Βρήκε τους περισσότερους φίλους του, ανησυχούσα εγώ για την υγεία του και του έλεγα να μην κουράζεται πολύ. Αλλά ποτέ δεν άκουγε, «αφεντικό δε θέλω πάνω στο κεφάλι μου ρε Νίκο». Και καλά έκανε, γιατί πέρασε τέλεια όπως το έφεραν τα πράγματα. Καθάρισε τα τουφέκια των αδερφών του, κορόιδευε το νεκροθάφτη το Λέκκα όταν άναβε το καντήλι των γονιών του και τον έβλεπε να έρχεται προς το νεκροταφείο, πήγαινε για μπάνιο στη Μπούγια, έτρωγε το καρπούζι με το κουτάλι, τους μεζέδες της Έφης, παραπονιόταν ότι κάποιο γνωστό καφενείο της περιοχής δεν του έβαζε αρκετό μεζέ και βρήκε κάποιο άλλο που του έβαζε ένα πιάτο μαριδάκι με την ίδια τιμή και από τότε πήγαινε εκεί (το είπα αυτό στο καφετζή και γέλαγε!).

 

Έσβησε την Τρίτη στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» με την Λούμπη να τον φιλάει και την Χριστίνα και γω να τον κρατάμε αγκαλιά. Τον ευχαριστήσαμε για την υπέρτατη θυσία που έκανε για εμάς και υποσχόμαστε να τον κάνουμε περήφανο στη ζωή μας με έργα και ημέρες και να μην ξεχάσουμε τον τόπο μας, τον Γαλατά, τον Πόρο, την Τροιζήνα και την αγάπη που μας άφησε.

 

Ο σκοπός αυτού του άρθρου είναι να επαναφέρει μια ευχάριστη ανάμνηση του Τότου στον αναγνώστη που τον γνώριζε και για να ευχαριστήσουμε θερμά όλους τους παρευρισκόμενους και μη, που τον τίμησαν. Αν γνωρίζατε τον Τότο, παρακαλούμε ανάφτε του το καντήλι στο νεκροταφείο του Γαλατά και να τον χαιρετάτε όταν περνάτε από κεί.

 

Γειά σου Τότο!

Χριστίνα, Νίκος και Λουμπάκος (κοπελούδα και πεταλούδα μου)

 

όπως όταν
γυρίζεις από τα ξένα και τύχει να ανοίξεις
παλιά κασέλα κλειδωμένη από καιρό
και βρεις κουρέλια από τα ρούχα που φορούσες
σε όμορφες ώρες, σε γιορτές με φώτα
πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, που όλο χαμηλώνουν
και μένει μόνο το άρωμα της απουσίας
μιας νέας μορφής.

 

 

Τα αποσπάσματα είναι εκ μνήμης αναφορές από γνωστούς του Τότου και από τα ποιήματα «Άρνηση» και «Κίχλη» του Σεφέρη, Πόρος, «Γαλήνη», 31 τον Οχτώβρη 1946.




Comments (4)

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. ΚΥΠΡΑΙΟΣ Χρηστος, Christiane says:

    Τα συλλυπητηρια μας, καλη αναπαυση στον παιδικο μου φιλο, οι σκεψεις μας μαζι σας. Χρηστος, Christiane

  2. Άρις Αντάνης says:

    Με τέτοιους απογόνους, ο εκλιπών πατέρας σας έχει επιτελέσει σπουδαίο έργο κι εμείς βρίσκουμε ξαφνικά νέες ελπίδες γι αυτή τη χώρα μας που ταλανίζεται. Ναι, οι ελπίδες μας βασίζονται σε νέους σαν τον αρθρογράφο. Όσο για το ύφος γραφής, μάς συγκίνησε, χωρίς να είναι “μελό”! Το κείμενο είναι γραμμένο για να αρμόζει τέλεια στον άνθρωπο που αναφέρεται.
    Με τις ευχές μου
    Άρις Αντάνης
    arimari@otenet.gr

  3. Γιωργος Ταρταρακης says:

    Πολλα παιδικα καλοκαιρια καναμε παρεα, γιναμε φιλοι, μετα χαθηκαμε …., αλλα που κ που ξαναβρισκομαστε …, κ προσφατα στον Πορο κ Γαλατα και τα λεγαμε …, παντα το καλο κ γελαστο παιδι. Πολυ λυπαμαι …, καλη αναπαυση φιλε μου Τοτο …

  4. Νίκος Λαζάρου says:

    Αγαπητοί αναγνώστες σας ευχαριστούμε για τα καλά σας λόγια και σας ευχόμαστε παντοτινή υγεία σε εσάς και τις οικογένειες σας. Μας τιμάτε.

Σχολιάστε