Ο καφετζής



kafetzisΓράφει ο Γιάννης Πουλάκης – 

Πάνε πολλά χρόνια. Ότι έγινε εκείνονε τον καιρό, έγινε. Περασμένα, ξεχασμένα. Όμως όσο και να θέλει να ξεχάσει κανείς, τέτοιες μπόρες μένουνε στη συνείδηση του κοσμάκη και γίνονται μάθημα, αφετηρία, ξεκίνημα για σωστούς προσανατολισμούς και πολύτιμη εμπειρία, στην πορεία που πρέπει ν’ ακολουθήσει το Έθνος.

Ήταν η εποχή που είχανε ξεκουμπιστεί οι Γερμανοί από τη Χώρα και οι δικοί μας, αντί να ομονοήσουνε, να κάνουν εκλογές και να εκλέξουνε μια κυβέρνηση για την ανασυγκρότηση του διαλυμένου κράτους, αυτοί έγιναν έρμαιο των ξένων και τρωγόντουσαν ποιος θ’ αρπάξει την εξουσία. Οι δεξιοί με την βοήθεια των Εγγλέζων ή οι αριστεροί με την βοήθεια των Σταλινικών Ρώσων. Έτσι άρχισε ο φοβερός εμφύλιος σπαραγμός. Έλληνες σκότωναν Έλληνες. Ο πιο αιματηρός πόλεμος μεταξύ δεξιού στρατού και αριστερών ανταρτών.

Ο απλός Έλληνας πατριώτης τα έβλεπε αυτά και τρελαινότανε. Με ποιανού το μέρος να πάει. Έτσι ο κόσμος ήτανε κουμπωμένος. Ο Ένας φοβότανε τον άλλονε. Κανείς δεν ήξερε από πού θα του έλθει το κακό. Από τους δεξιούς που είχανε φτιάξει παραστρατιωτικές οργανώσεις ή από τους αντάρτες, που αν υπήρχε και μια αόριστη ακόμα καταγγελία σε σφάζανε στο μπιτς φιτίλι. Υπήρχανε παντού σπιούνοι και καταδότες και από τις δύο μεριές.. Είναι χαρακτηριστικό το συμβάν που ‘λεγε ένας χωρικός καφετζής για την κατάσταση αυτή.

Κάποτε, ένα απόσπασμα καμιά δεκαριά αντρών πήγε στο χωριό. Εκεί, πίνοντας  καφέ στο κεντρικό καφενείο, ρωτήσανε τον καφετζή με ποιους ήτανε. Με τον στρατό ή με τους αντάρτες. Αυτός ο φουκαράς, επειδή είδε μερικούς απ’ αυτούς να φοράνε στρατιωτική στολή, τους απάντησε: «Εγώ, με τον στρατό είμαι, βέβαια».

«Με τον στρατό είσαι παλιοκερατά;», του είπανε και του ρίξανε ένα γερό μπερντάχι, για να βάλει μυαλό. Δεν περάσανε πολλές μέρες και να πάλι ένα απόσπασμα με στρατιωτική περιβολή πήγε στο ίδιο καφενείο για καφέ. Ρωτήσανε πάλι τον καφετζή :

«Εσύ, ρε μπάρμπα, με ποιους είσαι; Με τον στρατό ή τους αντάρτες;». «Με τους αντάρτες, με τους αντάρτες», φώναξε ο καημένος ο καφετζής, αναλογιζόμενος το ξύλο που είχε φάει από τους προηγούμενους, που φοράγανε κι αυτοί στρατιωτικά.

«Με τους αντάρτες είσαι;», τον περιλάβανε πάλι οι στρατιωτικοί και τονε κάνανε μπλε στο ξύλο.

Τέλος πάντων, φύγανε κι αυτοί και ησύχασε κάπως ο καφετζής. Έλα όμως που σε λίγες ημέρες, να ‘σου μια ομάδα από στρατιώτες φτάσανε πάλι στο καφενείο. «Με ποιους είσαι εσύ, ρε;», τονε ρώτησε ο επικεφαλής. Και ο δύστυχος ο καφετζής, αυτή τη φορά, γύρισε την πλάτη και τους είπε: «Χτυπάτε με, ρε, χτυπάτε με, αφού ότι  και  να σας πω, είτε είμαι με τον στρατό, είτε είμαι με τους αντάρτες, εσείς θα με λιανίσετε στο ξύλο». Τέτοια τράβαγε ο καημένος ο λαός μας.

Γι’ αυτό λέω πως δεν πρέπει να ξαναφάμε την φόλα του διχασμού, τώρα που ο τόπος περνάει πάλι τα πάνδεινα από ανίκανες και διεφθαρμένες κυβερνήσεις που οδήγησαν την πατρίδα στην ταπείνωση και τους Έλληνες στην εξαθλίωση.

Ότι κάνουμε, πρέπει να το κάνουμε όλοι μαζί και όχι να μοιραστούμε πάλι σε δεξιούς, αριστερούς, κεντροαριστερούς, κεντροδεξιούς και τον κακό τους τον φλάρο.

 




Comments (1)

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. Γιάννης Γκούμας says:

    Να μην φάμε τη φόλα του διχασμού είπαμε; Αυτή που ακόμα χωνεύουμε; Την φόλα που μας πετάξανε από την τηλεόραση μέσα που λέει τα εξής;

    -οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τεμπέληδες
    -οι ιδιώτες είναι φοροφυγάδες
    -οι δάσκαλοι έχουν πολλούς μήνες άδεια
    -οι συνταξιούχοι παίρνουν πολύ μεγάλη σύνταξη και δεν κάνουν τίποτα
    -το εφάπαξ τους το χαρίζουμε
    -οι μετανάστες δουλεύουν μαύρα
    -οι ντόποιοι είναι ρατσιστές
    -οι Έλληνες είναι τεμπέληδες
    -οι απεργοί κλείσανε τους δρόμους πάλι
    -οι άνεργοι βαριόνται να δουλέψουν
    .
    .
    .

    και πολλά άλλα που μου διαφεύγουν τώρα, που στο σύνολό τους είναι ψέμματα και μπούρδες, αλλά πολλοί συμπολίτες μας τα πιστεύουν.

Σχολιάστε