Καταπολέμηση της Φτώχειας και του Κοινωνικού Αποκλεισμού



Φωτό: Μπάμπης Κανατσίδης

Γράφει ο Σπύρος Σπυρίδων
Άρθρο στην εφημερίδα του Πειραιά “Δημοτικό Μέλλον”

«Πατάτες ογδόντα, συν το ψωμί εβδομήντα, σύνολο, ένα πενήντα». Είναι γνωστή η τηλεοπτική διαφήμιση που παίζει εδώ και μήνες και δείχνει μία προβληματισμένη νοικοκυρά να αθροίζει ένα προς ένα τα ευρώ και τα σεντς που διαθέτει στο σούπερ μάρκετ για τα απλά, καθημερινά, καταναλωτικά αγαθά, που έχει άμεση ανάγκη η δική της οικογένεια, όπως και κάθε άλλη οικογένεια εξάλλου.
Η διαφήμιση αυτή κατασκευάστηκε με κοινοτική πρωτοβουλία και χρηματοδότηση για να σηματοδοτήσει στο ευρύ ευρωπαϊκό κοινό ότι για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η φετινή χρονιά είναι αφιερωμένη στο μεγάλο ζήτημα της Καταπολέμησης της Φτώχειας και του Κοινωνικού Αποκλεισμού. Το μήνυμά της πρέπει λογικά να έχει ακόμη μεγαλύτερη απήχηση στο ελληνικό κοινό, λόγω της εξαιρετικά δυσχερούς δημοσιονομικής κατάστασης που βιώνουμε ως χώρα και φυσικά, λόγω των μέτρων αυστηρής λιτότητας που μας έχουν επιβληθεί με βάση το μνημόνιο στο οποίο συμφώνησε η Ελλάδα, εκπροσωπούμενη από την παρούσα κυβέρνηση, μαζί με την τρόικα Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Σήμερα στην Ευρώπη φτωχός θεωρείται εκείνος που προσπαθεί να τα φέρει πέρα με τις ανάγκες και τις υποχρεώσεις του, έχοντας ως διαθέσιμο ένα ποσό που είναι μικρότερο από το 60% του μέσου όρου του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Πόσοι είναι οι φτωχοί αριθμητικά; Γύρω στα 80 εκατομμύρια Ευρωπαίων κατοίκων, σε σύνολο 500 εκατομμυρίων, όπως αναφέρουν οι επίσημες μετρήσεις. Με άλλα λόγια, 1 στους 6 Ευρωπαίους. Σύμφωνα με τους πέντε βασικούς στόχους που έχει θέσει η Κομισιόν για τη γενικότερη στρατηγική της ενόψει του έτους 2020, θα καταβληθεί προσπάθεια ώστε ο αριθμός αυτός να μειωθεί κατά 25%, δηλαδή από τα 80 εκατομμύρια κατοίκων, να πάει στα 60. Είναι όμως αυτός ο στόχος επαρκής;
Γενικά παρατηρείται μία σύγκλιση πολιτικών απόψεων γύρω από το γεγονός ότι η Ευρώπη υπολείπεται αρκετά έναντι άλλων δυνάμεων της παγκόσμιας Οικονομίας, ειδικότερα δε, πάνω στο ζήτημα της ανταγωνιστικότητάς της και για το λόγο αυτό, απαιτείται η λήψη μέτρων ενίσχυσης της παραγωγικότητάς της με ταυτόχρονη μείωση του κόστους εργασίας. Το νόημα είναι, περισσότερη δουλειά με λιγότερες απολαβές. Τα ίδια πάνω-κάτω και μάλιστα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, ισχύουν και για την Ελλάδα.
Σύμφωνα όμως με τη γενικότερη πολιτική κουλτούρα που έχει εδώ και δεκαετίες εμπεδωθεί τόσο στην Ευρώπη όσο και στη χώρα μας, η οικονομική πρόοδος συνδυάζεται αρμονικά με την κοινωνική δικαιοσύνη, εάν και εφόσον το δικαίωμα της ελευθερίας στην ατομική δράση και στην επιχειρηματικότητα συνδυάζεται με την έννοια της κοινωνικής αλληλεγγύης και τη συλλογικότητας στη διασφάλιση των κοινωνικών κατακτήσεων. Επομένως, δεν είναι δυνατό να προσαρμόσουμε τις οικονομικές τακτικές κάθε ατόμου, ομάδας, ή επιχείρησης στην επιδίωξη μίας κυνικής ανταγωνιστικότητας που θα σημάνει ενίσχυση της κερδοφορίας για τους λίγους, αλλά την ίδια ώρα, αύξηση των πιθανοτήτων για να βρεθεί κάθε πολίτης ή οικογένεια στο φάσμα της εμφανούς και ουσιώδους μείωσης των δυνατοτήτων τους να καλύψουν βασικές καθημερινές τους ανάγκες, ή να έχουν ίσες ευκαιρίες για άμεση πρόσβαση σε κοινωνικά δικαιώματα και αγαθά, με πρώτο εκείνο της εργασίας.
Υπό τις παρούσες συνθήκες το κράτος υπό την κεντρική του μορφή, δομή και λειτουργία αντιμετωπίζει κρίσιμα προβλήματα για να ανταπεξέλθει με επάρκεια στον πρωτογενή και ενεργό κοινωνικό του ρόλο, λόγω των στενών του οικονομικών περιθωρίων, όσο και λόγω της απόστασής του από την καθημερινή διαβίωση του πολίτη. Αυτά όμως αντιμετωπίζονται, εάν υπάρξει επαναπροσδιορισμός των κεντρικών δημοσιονομικών προτεραιοτήτων με βάση την συνολική κοινωνική ανάγκη και επίκεντρο τις πλέον ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού και επίσης, εάν μετακινηθούν οι κοινωνικές πολιτικές από το κεντρικό κράτος προς την Αυτοδιοίκηση. Οι ΟΤΑ δεν έχουν την οικονομική αυτάρκεια να χρηματοδοτήσουν γενναίες κοινωνικές πρωτοβουλίες, αλλά διατηρούν την εγγύτητα και την γνώση ως προς το ποιος πολίτης, ποια οικογένεια, ποια ομάδα, έχουν ανάγκη στήριξης. Επιβάλλεται λοιπόν εκ των πραγμάτων η μελετημένη απόδοση πόρων κοινωνικής στήριξης στην Αυτοδιοίκηση, με τακτικούς διαχειριστικούς ελέγχους.
Συμπερασματικά, η απειλή της Φτώχειας και του Κοινωνικού Αποκλεισμού γίνεται ολοένα και πιο κοντινή για κάθε πολίτη. Εναπόκειται όμως στην ωριμότητα και στη διορατικότητα του πολιτικού συστήματος, τόσο σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο, όσο και σε εθνικό, για να καταλήξουμε σε εκείνο το μίγμα αποφάσεων και δράσεων, που θα εγγυάται ένα στιβαρό οικονομικό οικοδόμημα, που θα περιβάλλεται όμως από ένα ασφαλές δίχτυ κοινωνικής προστασίας.

* Ο Σπ. Σπυρίδων είναι επικεφαλής της Μείζονος Μειοψηφίας στη Νομαρχία Πειραιά με τον Συνδυασμό «Υπερνομαρχία Δράσης» και μέλος της Επιτροπής Περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.




Σχολιάστε