H Πούντα η …ασύδοτη



Η γειτονιά των ψαράδων, της ταβέρνας και του “ποριώτικου χασάπικου”. Η μακρόστενη αλάνα της νυχτερινής διασκέδασης που αγαπήθηκε από τον κόσμο, για την αυθεντικότητα και την ατίθαση καρδιά της.
Η Πούντα η αυθεντική
Ψαρόβαρκες και κότερα που κουνιούνται τεμπέλικα στη σειρά. Νωθρές γάτες που χαζεύουν τον ψαρά, να μπαλώνει τα δίχτυα του. Αυτές είναι μερικές από τις εικόνες που συναντάς στην Πούντα, όταν ο ήλιος είναι ακόμη ψηλά. Όταν δηλαδή η γειτονιά κοιμάται… Γιατί η Πούντα ξεκουράζεται τη μέρα και ζωντανεύει τη νύχτα.

Πούντα στα Ιταλικά σημαίνει άκρο. Ονομάστηκε προφανώς έτσι, γιατί απλώνεται στη νότια άκρη του παραδοσιακού ιστού. Ξεκινάει, γεωγραφικά, από την εκκλησία του Ευαγγελισμού, η οποία είναι η σημερινή ενορία της γειτονιάς. Πιο παλιά, η ενορία της Πούντας, ήταν το εκκλησάκι του Αη Γιάννη.

Στο ξεκίνημα της ανοικοδόμησης της, η Πούντα, ήταν εργατική περιοχή. Είχε νταμάρι, εκεί που αργότερα χτίστηκε η ντίσκο “Κοράλι” – από κάτω είχε καρνάγιο και πιο πέρα το λιοτρίβι του Βέτα. Είχε και το «γύφτικο» σιδηρουργείο του Κερά η Πούντα. Μερικά χρόνια αργότερα, σε αυτό το κτίριο, έγραψε ιστορία η ταβέρνα του Σωτήρη. Ο αστικός μύθος λέει, ότι από εκεί εμπνεύστηκε ο Γιάννης Τσαρούχης τους περίφημους ναύτες του.

Οι παλιοί ποριώτες, θυμούνται τη δεκαετία του ’50, το παραδοσιακό οινοποιείο του Νόση, ο οποίος έπλενε κάθε καλοκαίρι τα βαρέλια του, κατά μήκος της παραλίας. Η Πούντα είχε από παλιά παράδοση στα ταβερνάκια και στους καφενέδες και το κρασί είχε πάντα την τιμητική του σε αυτή την περιοχή. Οι παλιοί ποριώτες θυμούνται τις ταβέρνες του Χοντροβασίλη και του Κολιάρδα (εκεί που βρίσκεται σήμερα το μπαρ «Εκάτη») και τον καφενέ του Κληροδοτάκου, ο οποίος προ πολεμικά ονομαζόταν ο καφενές του «Μουσούρη». Εκεί, έπιναν κρασί στο “καρτούτσο” οι ντόπιοι – τρώγοντας τη σαρδέλα “γλειφτή” για να φτάσει για όλους.
Η Πούντα ζούσε τότε με τους δικούς της κανόνες τιμής. «Εκείνα τα χρόνια οι πουντιώτες δεν παντρευόντουσαν πουντιώτισσες από σεβασμό» μας λέει παλιός πουντιώτης. Παρόλα αυτά, η γειτονιά ζούσε απλοϊκά άλλα και με έντονο πάθος… Οι καυγάδες των παλικαριών στην παραλία και των κοριτσιών στις βρύσες ήταν παροιμιώδεις. Ήταν το άβατο του Πόρου. «Οι χωροφύλακες και οι λιμενικοί δεν τολμούσαν να κατέβουν στη Πούντα, γιατί τρώγανε ξύλο» συνεχίζει ο φίλος μας, «Για αυτό και την ονομάσανε, την Πούντα ασύδοτη…». Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά έκαναν την Πούντα σαν τοπίο βγαλμένο από ρεμπέτικο τραγούδι, μακριά από οτιδήποτε αριστοκρατικό και καθώς πρέπει.

Η Πούντα η τουριστική
Από τη δεκαετία του ’60, άρχισε να αναπτύσσεται τουριστικά. Θέλεις η αυθεντικότητα, θες η ελευθερία που την χαρακτήριζε, η Πούντα έγινε από τις πρώτες κιόλας μέρες της τουριστικής εποχής, το κέντρο της νυχτερινής ζωής του Πόρου και λατρεύτηκε από τους ντόπιους και τους παραθεριστές που ερχόντουσαν στο νησί. Οι πουντιώτες νοίκιαζαν τότε μια κάμαρα στους τουρίστες, οι οποίοι γινόντουσαν μέλη της οικογένειας για τις μέρες που έμεναν εκεί. Κάτι σαν τα σημερινά casa particulares της Κουβας.

Διανοούμενοι της εποχής, γοητεύονταν από την απλότητα των κατοίκων και την έκαναν αγαπημένο στέκι. Ο Βασίλης Βασιλικός άραζε και έγραφε με τις ώρες στην ταβέρνα του Λουκά του Κληροδοτάκου, απολαμβάνοντας το χταποδάκι και τους μεζέδες της οικοδέσποινας κυρά Κατίνας.

Κάθε βράδυ στηνότανε στην παραλία της Πούντας ένα υπέροχο πάρτι. Ο κόσμος κατέβαινε εκεί για να φλερτάρει, να χορέψει και να γλεντήσει. Στους δρόμους γινόντουσαν άτυποι διαγωνισμοί χασάπικου.
Σήμερα η Πούντα, παραμένει η αγαπημένη γειτονιά, που συγκεντρώνει όλη τη νυχτερινή διασκέδαση του νησιού. Ιδανική περιοχή για περπάτημα και χαλάρωμα, μακριά από τη βουή και τα φώτα του κέντρου της παραλίας. Ποιοτικές ψαροταβέρνες όπως ο «Ναύτης» και η «Πριμασέρα» Παραδοσιακή ελληνική κουζίνα στην «Έλσα» και στο «Απάγκιο» και αυθεντικά ουζερί όπως το «Μαϊστράλι», η «Σπιλιάδα» και του «Τασέα» στο… τέρμα θεού.
Τα μαγαζιά της, ακόμα και σήμερα, διατηρούν το στίγμα της αυθεντικότητας που την χαρακτηρίζει. Μετά τα μεσάνυχτα, μπαράκια με τραπεζάκια έξω, σας περιμένουν για να απολαύσετε το ποτό σας και τη μοναδική αύρα της περιοχής. Όταν βρεθείτε στον Πόρο, μη μπείτε στον κόπο να ρωτήσετε που θα βγείτε το βράδυ. Όλοι θα σας στείλουν στην Πούντα.

Πηγή: Saronic Magazine Τεύχος Ιουνίου




Comments (2)

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. Μια πραγματικά ονειρική εικόνα του παρελθόντος, μας γυρίζει πίσω στις εποχές της φτωχικής καθημερινότητας, του φιλότιμου και της καλής καρδιάς των Ποριωτών. Η Πούντα ήταν πάντα η ψυχή και η καρδιά του Πόρου. Στο κείμενο αυτό ξαναζούν οι παιδικές αφηγήσεις του παππού μου Κυριάκου Βέττα (Καπετάν Φουρτούνα όπως ήταν γνωστός)και σίγουρα πολλών άλλων παππούδων και γιαγιάδων.

  2. χρηστος says:

    Στο ξεκίνημα της ανοικοδόμησης της, η Πούντα, ήταν εργατική περιοχή. Είχε νταμάρι, εκεί που αργότερα χτίστηκε η ντίσκο “Κοράλι” – από κάτω είχε καρνάγιο και πιο πέρα το λιοτρίβι του Βέτα. Είχε και το «γύφτικο» σιδηρουργείο του Κερά η Πούντα. Μερικά χρόνια αργότερα, σε αυτό το κτίριο, έγραψε ιστορία η ταβέρνα του Σωτήρη. Ο αστικός μύθος λέει, ότι από εκεί εμπνεύστηκε ο Γιάννης Τσαρούχης τους περίφημους ναύτες του.
    Δυο σιμώσεις 1ον η πρώτη ντίσκο που κτίστηκε ήταν οι μυλόπετρες του Δημήτρη Σανούδου
    Μετά έγινε το σιρόκο του Γιάννη Αντωνίου και στο τέλος κοράλλι του παπαιωανου (πιτσουδα)
    2ον όσο για τον αστικό μύθο είναι ότι ο Σωτήρης ψώνιζε ναυτάκια και τα προωθούσε μαζί με τον Σταύρο τον βρόντο σε Τσαρούχη και Ιολλα

Σχολιάστε