190 χρόνια από το θάνατο του Φρανκ Άμπνεϋ Άστιγξ



 Γράφει ο Γιώργος Αθανασίου – 

Με τον θάνατο του μεγάλου Φιλέλληνα και αγωνιστή του ναυτικού θα κάνω μία πλήρη αναφορά για την ζωή του.

Απεβίωσε την 1η Ιουλίου 1828 μετά από  απλό τραυματισμό, αλλά δυστυχώς  από την απουσία του γιατρού του σκάφους και αστοχημένες ενέργειες.

Με την ανοικτή επιστολή μου πέρση τον Σεπτέμβριο είχα κάνει πρόταση να τιμηθεί φέτος, μετά από 190 χρόνια  ο άνθρωπος που όχι μόνον αγάπησε την Ελλάδα, αλλά προσέφερε την γνώση του στη Ναυτική ιστορία της Ελλάδος.

Μία μικρή ενημέρωση σχετικά με την ταφή του. Ο Άστιγξ ετάφη πιθανών στο παλαιό νεκροταφείο του Πόρου, στο σημερινό κτίριο του Συγγρού και στη συνέχεια η ταφή του μεταφέρθηκε στην σημερινή θέση στο ΚΕ ΠΟΡΟΣ, όπου υπάρχει μέχρι σήμερα.

Είχα αναφέρει ότι το 1988, μετά από πρότασή μου, είχαμε τιμήσει με τον καλύτερο τρόπο την ιστορική του μνήμη ενώ σήμερα;;

Σήμερα υποχρεωτικά αναφέρομαι, έστω ιστορικά, σε όλη την αναδρομή της ζωής  του μέσα από παλαιότερη ομιλία μου, για τον λόγο αυτό θα ήθελα να ζητήσω συγνώμη για το γράψιμό μου.

Ελπίζω σε μία επίσημη εκδήλωση για τον Πόρο.

Ένας Άγγλος φιλέλληνας τον οποίο ο Πόρος φιλοξενεί στη γη του, στο χώρο του ΚΕ ΠΟΡΟΣ

Πρόκειται για τον Φρανκ Άμπνεϋ Άστιγξ δευτερότοκο υιό του βαρόνου και στρατηγού Καρόλου Άστιγξ ενδέκατου Κόμητος του Χώστιγκδον.

Ο Φρανκ Άμπνεϋ Άστιγξ γεννήθηκε το 1794 και ήταν ένας γνήσιος Σάξωνας.

Ποιος όμως θα μπορούσε να φανταστή ότι ο νέος εκείνος της παλιάς Αγγλοσαξονικής οικογενείας με το ωραίο παράστημα που τον έβλεπε κανείς να παίζει κάτω από τα αιωνόβια δένδρα της γηραιάς Αλβιόνας θα ερχότανε μία ημέρα στην μακρινή μας πατρίδα για να ενώσει την τύχη του με την δική μας και ότι υπέρ υμών και των δικαίων μας θα εθυσίαζε τα πάντα συμπεριλαμβανομένης και αυτής της ζωής του.

Έχοντας κλήση στο Ναυτικό, μπήκε στο ναυτικό επάγγελμα σε ηλικία που οι άλλοι συμπατριώτες του είχανε ανάγκη νταντάδων και δεν είναι υπερβολή αυτό εάν σκεφτούμε ότι ήταν μόλις εντεκάμιση ετών όταν παραβρέθηκε στην Ναυμαχία του Τραφάλγκαρ επί του δικρότου «Ποσειδών» του οποίου η πρύμνη και το μισό σχεδόν του σκάφους ανετινάχθη στον αέρα. Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του στο Βρετανικό Ναυτικό γνώρισε όλες τις θάλασσες του κόσμου. Μετά από δεκαπενταετή υπηρεσία έφτασε στον βαθμό του πλοιάρχου, ενώ παράλληλα είχε αποκτήσει την φήμη ενός Αξιωματικού ο οποίος είχε κάνει πολλές μελέτες επάνω στα πυροβόλα των πλοίων.

Ένα τυχαίο γεγονός τον απομακρύνει από τις τάξεις του Αγγλικού πολεμικού Ναυτικού και έρχεται στη Γαλλία όπου συνέχισε τις μελέτες του επάνω σε θέματα της πυροβολικής και κυρίως επάνω στην εργασία του Παιξάνς.

Αισθανόμενος όμως μεγάλη έλξη για τον αγώνα της ελευθερίας των λαών αποφάσισε να προσφέρει της υπηρεσίες του στους Έλληνες ελπίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα γινότανε χρήσιμος βοηθός τους στο έργο της αναδιοργάνωσης του Ελληνικού στόλου. Και για τον σκοπό αυτό αφού εφοδιάστηκε με διάφορα όργανα χρήσιμα για τα πυροβόλα αναχώρησε από την Μασσαλία, με το Σουηδικό πλοίο «Δρουθέϊμ» στις 3 Απριλίου 1822 και ήλθε στην Ύδρα. Ήτανε ένας από τους πρώτους στρατιωτικούς Φιλέλληνες που ήλθε να πολεμήσει, μια και ακόμη δεν είχε αρχίσει η δράσις των Ελληνικών Κομιτάτων στην Αγγλία και Γαλλία.

Εν τούτοις λίγο έλειψε ο Άστιγξ να αναγκαστεί να εγκαταλείψη από τις πρώτες ημέρες την Ελλάδα, για την οποία από τόσο μακριά ξεκίνησε. Γιατί ο ερχομός του ενώ συνέπεσε με

ένα κλίμα δυσφορίας που έτρεφαν οι Έλληνες προς τους Άγγλους, εξ αιτίας της συμπεριφοράς του Άγγλου αρμοστή των Ιονίων Νήσων Θωμά Μαίντλαντ. Για τον λόγο αυτό δεν έγινε δεκτός και από τον Αρχιγραμματέα της Κυβερνήσεως Μαυροκορδάτο.

Αξιομνημόνευτη είναι η επιστολή που έστειλε προς αυτόν. « Επειδή εύρον την Υψηλότητά σας χθες απησχολημένην ότε είχον την τιμή να παρουσιασθώ εις την καθέδρα Σας, απεφάσισα να λάβω το θάρρος να απευθυνθώ Υμήν εγγράφως. Θα σας ομιλήσω ελευθέρως πεπεισμένος ότι η ημετέρα Υψηλότης θα απαντήση κατά τον αυτόν τρόπον. Δεν θα σας απασχολήσω εξιστορών τα της καθόδου μου προς υπεράσπισιν των ‘Ελληνικών δικαίων. Ήλθον απρόσκλητος και δεν έχω δικαίωμα να παραπονούμαι αν αι υπηρεσίες μου δεν γίνονται δεκταί. Λυπούμαι μόνον ότι δεν δύναμαι να προσθέσω το όνομά μου εις τους ελευθερωτάς της Ελλάδος. Δεν θα παύσω να εύχομαι υπέρ του θριάμβου της ελευθερίας και του πολιτισμού κατά της τυραννίας και της βαρβαρότητος. Αλλά νομίζω ότι δύναμαι να είπω εις την Υψηλότητα Υμών με όλον τον προσήκοντα σεβασμόν ότι έχω το δικαίωμα να ζητήσω να μοι δηλωθή ή ότι αι υπηρεσίαι μου γίνονται δεκταί ή ότι απορρίπτονται, διότι ως ευκόλως δύνασθε να υποθέσητε ηδυνάμην να εξαντλούμαι χρηματικώς μετ’ ίσης ευχαριστήσεως και αλλαχού…».

Μετά από αυτή την επιστολή του ο Άστιγξ έλαβε διορισμό για τον στόλο στις 30 Απριλίου 1822 στον «Θεμιστοκλή» των αδελφών Τομπάζη.

Από την πρώτη στιγμή άρχισε να εργάζεται με ζήλο προσπαθώντας αφ’ενός μεν να διορθώσει την πειθαρχία όπως εκείνος την εννοούσε, αφ’ετέρου όπως εγκαταστήσει διάφορα όργανα μετρήσεως για την ακριβή σκόπευση. Υπέβαλε δε συνεχώς προοδευτικές προτάσεις και υπεδείκνυε καινοτομίες, αλλά δυστυχώς παντού εύρισκε απροθυμία και τούτο ίσως όχι αδικαιολόγητα αν σκεφθούμε ότι ο Ελληνικός στόλος αποτελείτο από ιδιόκτητα πλοία τα οποία απλός οι νοικοκυραίοι τους τα είχανε νοικιάσει στο Ελληνικό κράτος( ) και οπωσδήποτε δεν ήθελαν να διακινδυνεύσουν τα πλοία τους τα οποία ήτανε και η περιουσία τους. Για τον λόγο αυτό είλθε σε ψυχρότητα και με τον Μιαούλη και ζήτησε να μετατεθεί στην ξηρά όπου και έλαβε τον βαθμό του Συνταγματάρχη του πυροβολικού. Ήδη πριν εγκαταλείψει την θάλασσα γίνεται ήρωας αυτής όταν ο «Θεμιστοκλής» έχοντας πλησιάσει πάρα πολύ προς τις Τουρκικές ακτές και μη υπάρχοντος ευνοϊκού ανέμου έχει γίνει έρμαιο των Τούρκων πυροβολητών από την ξηρά. Ο Άστιγξ είναι ο μόνος ο οποίος υπακούει στα παραγγέλματα του κυβερνήτη, όταν όλο το πλήρωμα έχει κρυφτεί για να αποφύγει τα εχθρικά βόλια, βοηθώντας έτσι στην ασφαλή απομάκρυνση του πλοίου.

Και είναι περίεργο το γεγονός, ότι ενώ οι Άγγλοι συνήθως ετρόμαζαν να συνεννοηθούν με τον κόσμο σε άλλη γλώσσα εκτός της ιδικής των, ο Άστιγξ έγινε τόσο αγαπητός στους Έλληνες ναυτικούς και με πόση ευχέρεια οδηγούσε σκάφη και ελληνικά πληρώματα. Σ’αυτό βεβαίως πολύ τον βοήθησαν και οι αδελφοί Τομπάζη και ο Σαχτούρης.

Κατά την περίοδο αυτή αξιόλογος είναι η συμμετοχή του στο εκστρατευτικό σώμα που έστειλε η Ελληνική Κυβέρνηση με αρμοστή τον Εμ. Τομπάζη στην Κρήτη. Δεν παύει όμως και να υποβάλλει καινούργιες προτάσεις για εκσυγχρονισμό των Ελληνικών πλοίων, από τις οποίες ορισμένες έγιναν δεκτές από τους αδελφούς Τομπάζη.

Οι γεμάτες νομίσματα δεξαμενές των νοικοκυραίων είχανε αρχίσει να αδειάζουν και όλων οι προσδοκίες εστρέφοντο προς τα Ελληνικά κομιτάτα του Λονδίνου και των Παρισίων.

Όταν έρχεται ο Λόρδο Βύρων ο Άστιγξ πηγαίνει να τον συναντήσει. Παρ’ όλο που ο ίδιος ο Βύρωνας δεν τον βοήθησε μια και οι γνώσεις του στο πολεμικά θέματα ήσαν ελάχιστες, μεγάλο ρόλο έπαιξε ο υπασπιστής του Βύρωνα κόμης Γκαμπά, ο οποίος πολύ συνέβαλλε αργότερα στην κατασκευή της «Καρτερίας».

Μετά τον θάνατο του Βύρωνα, ο Άστιγξ εξακολουθεί να υποβάλλει τα υπομνήματά του προς την Κυβέρνηση θέτοντας ως βάση ότι «Η Ελλάς ουδέν αποτελεσματικόν δύναται κατά των Τούρκων, άνευ οριστικής κατά θάλασσαν υπεροχής, καθόσον είχε ανάγκη να εμποδίσει αυτούς να βοηθήσουν τα φρούριά των και να ανεφοδιάσουν τους στρατούς τους».

Η μελέτη των γεγονότων του 1824 είχε πείσει τους Έλληνες ότι το ναυτικό τους όπως είχε δεν ηδύνατο πλέον να υπολογίζει σε σπουδαία αποτελέσματα μαχόμενο εναντίον των Τούρκων.

Ο συνταγματάρχης Στανώπ, από το επιτελείο του Βύρωνα γράφει « Εάν η Ελλάς είχε 3 ή 4 πολεμικά ατμοκίνητα δεν θα είχε πλέον να φοβηθεί άλλο ναυτικόν εκτός του Αγγλικού» και αλλού « Ο πλοίαρχος Άστιγξ ανυπομονεί ναποκτήση εν ατμοκίνητον σκάφος προσφέρει εξ ιδίων του χιλίας λίρας στερλίνας εις τον Έρανον. Διατίνεται ότι μεθ’ ενός μόνον σκάφους φέροντας πυροβόλα των 32 και κάμινον προς πυράκτωση των βλημάτων δύναται να παραλύση τον αποκλεισμόν Χαλκίδος, Καρύστου, Ναυπάκτου, Πατρών».

Τέλος η πίστης και η επιμονή εθριάμβευσαν. Η Ελληνική Κυβέρνηση παρεδέχθη τις ιδέας του υιοθετώντας την χρήση των ατμόπλοιων και του νέου πυροβόλου.

Η χαρά του Άστιγγος ήταν απερίγραπτος. Αμέσως γράφει προς τον Ιάκωβο Τομπάζη για την επικείμενη μετάβασή του στην Αγγλία με διαταγή προς τους εκεί αντιπροσώπους της Ελλάδος και ελπίζει σύντομα να επανέλθει μετά της ατμοκινήτου Κορβέτας. Αλλά τα εμπόδια συσσωρεύονται το ένα μετά του άλλου. Και το σημαντικότερο ήταν η ανάδειξης του Λόρδου Κόχραν, ως αρχηγού των Ναυτικών Δυνάμεων ο οποίος κατάφερε να ακυρώσει αφ’ ενός την παραγγελία για την ατμοκίνητη Κορβέτας, γιατί έχοντας άγνοια για τα ατμήλατα σκάφη εζήτησε αντί αυτών άλλα με διαφορετικό οπλισμό εντελώς ακατάλληλα, αφ’ετέρου κατάφερε να πάρει ένα μεγάλο ποσόν για προσωπικά έξοδα από το κομιτάτο του Λονδίνου και από τους δανειστές «Ρικάρδο», οι οποίοι ήλπιζαν ότι η ανάμιξής του στα Ελληνικά πράγματα θα ανατιμήσει τα Ελληνικά χρεόγραφα.

Ο Άστιγξ έπαυσε τότε να μιλάει για ατμοκίνητα και για το ποσόν που είχε υποσχεθεί για ενίσχυση του εράνου και αποσύρθηκε στο εξοχικό του σπίτι στο Λονδίνο. Συναντήθηκε όμως τυχαία με τον Γραμματέα και υπηρέτη του Βύρωνα κόμη Πέτρο Γκαμπά θερμό

Φιλέλληνα και επείσθη από αυτόν να επανέλθει στην Ελληνική Υπηρεσία. Ο Γκαμπά μεσολάβησε σε όλους τους ενδιαφερομένους στο Λονδίνο για την Ελληνική υπόθεση κατόρθωσε να επισπευσθεί η κατασκευή του πρώτου ατμοπλοίου.

Οι πίκρες όμως συνεχίζονται για τον Άστιγγα. Αυτός όμως παλεύοντας με τις αντιξοότητες ενδιαφέρεται να τελειώσει το σκάφος πριν τελειώσει ο πόλεμος γιατί ήτανε πεπεισμένος ότι η παρουσία του στις Ελληνικές θάλασσες θα άλλαζε προς όφελος της Ελλάδος το αποτέλεσμα.

Πριν ο Άστιγξ στείλει επικουρικούς εργάτες, το ναυπηγείο απασχολούσε μόνον έξι εργάτες για το Ελληνικό ατμόπλοιο. Τέλος με την βοήθεια του Θεού το πλοίο εξοπλίσθη και ξεκίνησε. Όλες οι διατυπώσεις για την αγορά του πλοίου ήσαν έτοιμες στο όνομα του Άστιγγος, επειδή η Αγγλία δεν ήθελε να έχει προστριβές με την Τουρκία και έτσι, με κυβερνήτη τον Άστιγγα το πρωτοπόρο ατμόπλοιο εξήλθε από τον Τάμεση με κατεύθυνση προς την Μεσόγειο.

Η κακοδαιμονία όμως συνεχίζεται. Έξω από το Κάλιαρη της Σαρδηνίας ξέσπασε φωτιά. Ό Άστιγξ χωρίς να χάσει καιρό στέλνει στην Αγγλία τον Φίνλεϋ για να φέρει μηχανικούς και ανταλλακτικά και μετά από λίγο οι βουνοκορφές της Πελοποννήσου ήσαν μπροστά του. Ήταν το πρωί της 4 Σεπτεμβρίου 1826. Βαθιά μελαγχολία επεκράτη απ’ άκρη σ΄άκρη στις ψυχές όλων λόγω της πτώσεως του Μεσολογγίου και των άλλων ατυχιών, από τις εσωτερικές έριδες. Καπνίζουσα και αφροκοπούσα η χαμηλή κορβέτα με τα βαρέα πυροβόλα της και την αναστρεψίφλογον κάμινον επλησίαζε το κρηπίδωμα του Ναυπλίου. Εκεί είχε συγκεντρωθεί όλη η πόλις, ενώ ο Άστιγξ είχε κατακτήσει τις καρδιές όλων, αναφέρει ο Κ.Ράδος.

Αμέσως έρχεται σε επικοινωνία με την Κυβέρνηση, ότι είναι έτοιμος να εκτελέσει όλες τις διατυπώσεις για να μεταβιβάσει την κυριότητα του σκάφους, το οποίο έφερε ακόμη την Αγγλική σημαία. Και πράγματι σε λίγες μέρες η Ελληνική Σημαία υψώνεται στο κατάρτι κάτω από τους χαρμόσυνους κανονιοβολισμούς του φρουρίου του Ναυπλίου.

Το πλοίο είχε ονομασθεί «Καρτερία» αμέσως μετά την καθέλκυσή του από τα ναυπηγία της Δεπφόρδ. Η ονομασία ίσως εδόθη για να δηλώσει τους καρτερικούς αγώνες του Άστιγγος και της επιμονής του για την εκτέλεση του έργου. Είχε όμως και άλλη έννοια, όπως αναφέρεται στις σημειώσεις του ιστορικού Μπαρτολντή «Η υπό του ονόματος τούτου σημαινομένη αρετή, ήτο ίσως εις τους πολυτρόπους αναξιοπαθούντας Έλληνας, τους αναμένοντας εκ της Χριστιανικής ευσυνειδησίας και της συμπαθείας των ισχυρών του κόσμου βοήθειαν πολύ αναγκαίαν. Καρτερία και Καρτερία και αιωνίως Καρτερία εις τους εν μυρίοις κινδύνους και αμηχανία και δεινή αγωνία και εν εσχάτη απελπισία πολλάκις ευρησκομένους…».

Άστιγξ και Καρτερία. Δύο ονόματα αλληλένδετα, το ένα θυμίζει το άλλο και κανείς ποτέ δεν μπορεί να αναφερθεί στον Άστιγγα χωρίς να αναφερθεί στην Καρτερία και τανάπαλι.

Ο Άστιγξ αμέσως μετατίθεται από τον στρατό ξηράς και πάλι στο Ναυτικό και αναλαμβάνει κυβερνήτης του πλοίου, του πρώτου εις τον κόσμο ατμόπλοιου το οποίο λαβαίνει μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις. Το πλήρωμα το διαλέγει ο ίδιος με μεγάλη προσοχή και αυστηρότητα από τους παλαιούς συμπολεμιστές του, με ύπαρχο τον Ιωσήφ Φαλάγκα.

Ο Φίνλεϋ μεταξύ άλλων αναφέρει ότι «το τι θα ηδύνατο να γίνη ο Ελληνικός στόλος εάν έζη ο πλοίαρχος Άστιγξ μόνον όσοι τον εγνώρισαν και είδον ποία μέτρα έλαβε διά να στρατολογήση ναυτικούς αξιωματικούς δύναται να φαντασθώσιν».

Και αμέσως αρχίζει η διπλή δράση. Η δράση του πλοίου και του Κυβερνήτη και όπου και εάν βρίσκονται, όπου και αν προσφέρουν τις υπηρεσίες τους οι δύο δείχνουν τις ικανότητες τους.

Στις επιστολές του ο Δρ. Χάου, Αμερικανός Φιλέλληνας εξυμνεί τον Άστιγγα για την επιτηδειότητα και την ανδρεία με την οποία εκυβέρνησε το σκάφος κάτω από το Τουρκικό πυρ στα περιορισμένα νερά του λιμένα του Πειραιά.

Το χειμώνα μετά τον κατάπλου, του Άστιγγος εδόθη η ευκαιρία να αναγνωρισθεί όλη η αξία και αυτού και της Καρτερίας και κυρίως ότι οι θεωρίες του δεν ήτανε φαντασιοπληξίες. Από εκεί και πέρα έχουνε μπει και οι δύο καλά στο χορό. Ως αρχηγός μοίρας κατευθύνεται στον Ωροπό και εν συνεχεία στον Παγασητικό για να εμποδίσει στην αποστολή εφοδίων για τους πολιορκητές της ακρόπολης, πράγμα το οποίο και επιτυγχάνει. Και όπου οι άλλοι αδυνατούν να φέρουν σε πέρας οτιδήποτε τότε η Καρτερία με τις μπαλαφουγάδες της (πυρακτωμένα βλήματα) σπέρνει τον όλεθρο. Μετά από διάφορες αποστολές άλλοτε επιτυχής και άλλοτε όχι, αναλαμβάνει την μοίρα του Κορινθιακού και πηγαίνει επί τόπου. Αλλά η είσοδος στον Κορινθιακό είναι ένα φοβερό πρόβλημα μια και τα Φρούρια Ρίου και Αντιρρίου είναι μόνιμα στα χέρια των Τούρκων. Παρ’ όλες τις δυσκολίες ο στόλος εισέρχεται και μάλιστα εν μέσω ημέρας. Στην Ιτέα συναντούν αγκυροβολημένα 9 τουρκικά σκάφη. Ο τούρκος μοίραρχος έχει την σημαία του σε ένα μεγάλο πάρωνα 16 πυροβόλων και φρουρεί 3 αυστριακά μεταγωγικά γεμάτα εφόδια. Η Ελληνική μοίρα που αποτελείτε από την Καρτερία τον ΣΩΤΗΡΑ, την ΒΑΥΑΡΙΑ και την ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΔΑ στην αρχή κάνη βόλτες έξω από το λιμάνι έως ότου ο άνεμος γίνει ευνοϊκός.

Και πράγματι δεν αργούν να εισέλθουν στον κόλπο των Σαλώνων. Πρώτη η Καρτερία σχίζοντας υπερήφανα τα νερά με τα πτερύγιά της και σε απόσταση τα υπόλοιπα πλοία. Ο ήλιος δεν είχε ανατήλη από τον ορίζοντα ενώ τα Ελληνικά πλοία όλο και πλησιάζουν στο εσωτερικό του όρμου. Και «Εκ των Δελφών εκεί υψηλά εν πτυχή τινί, του Απολλωνείου όρους απροσίτου σκοπιάς ο θείος τοξότης δεσπόζων του τραχέως και μεγαλοπρεπούς τοπίου βεβαίως θα θεωρεί με εκπλήκτους οφλαλμούς, αλλά και μετά πολλής ευφροσύνης τους νεκραναστάντας Έλληνας παρασκευαζομένους και πάλιν να διαπράξωσιν έργα άξια των παλαιών».

Ο Άστιγξ είχε αποφασίσει με πρωτοφανή τόλμη να επιτεθεί στον ισχυρότατο εχθρό του μέσα στο απόρθητο αυτού φρούριο. Ενώ ο Τούρκος μοίραρχος με πλήρη περιφρόνηση βλέποντας την μικρή μοίρα να πλέει στον όρμο αποφάσισε να την αφήσει να πλησιάσει και να την συλλάβει. Ήδη έτριβε τα χέρια του βέβαιος για την αιχμαλωσία των τεσσάρων πλοίων. Η Καρτερία συνεχίζει να πλέει και σε απόσταση 500μ αγκυροβολεί. Τα τουρκικά πλοία και πυροβολεία εκτελούν συντονισμένες βολές. Ο Άστιγξ ψύχραιμος λαβαίνει την κατάλληλη θέση και αρχίζει να βάλλει στην αρχή βραδέως με συνήθης σφαίρες για την καταμέτρηση της απόστασης. Επλησίαζε η 10η πρωινή όταν τα ελαφριά αυτά πυρά επακολούθησε ταχύ πυρ εκρηκτικών οβίδων και πυρακτωμένων βλημάτων. Το αποτέλεσμα υπήρξε ακαριαίο. Η μοιραρχής ανατινάχθη στον αέρα. Ένα πυρακτωμένο βλήμα έπεσε στην πυριτιδαποθήκη, ανέφλεξε αυτήν και το πλοίο εκσφενδονίθη στον αέρα. Ωκεανός από φλόγες και καπνούς διεσκορπίσθει σ’όλο τον κόλπο των Σαλώνων, ενώ τα πέριξ όρη εσύοντο, ενώ η μυριόστομος ηχώ του Κωρυκείου άντρου και ακόμη μακρύτερα η Γκιόνα και τα Βαρδούσια επαναλαμβάνουν σε όλους τους τόνους την φοβερή βροντή διά της οποίας ο Άστιγξ ειδοποιοί το στο Καραβοστάση ελληνικό στρατόπεδο ότι είχε κάνει έναρξη της υποσχέσεώς του ν’ανοίξη τον δρόμο προς την Δυτική Στερεά Ελλάδα δια του Κορινθιακού. Η ναυμαχία συνεχίστηκε όλη την ημέρα.

Αποτέλεσμα,

Εννέα από τα 11 τουρκικά σκάφοι κατεστράφησαν, τα μεταγωγικά κατελήφθησαν με τα πλούσια αυτών φορτία, το ήμισυ των τουρκικών πληρωμάτων εφονεύθει, η τουρκική μοίρα διελύθη.

Σε τέτοιο πυρ δεν ήτανε ακόμη συνηθισμένοι οι στόλοι και δικαίως λέγει ο Φίνλεϊ ότι η στην Ιτέα νίκη κατέπληξε εχθρούς και φίλους και απέδειξε την αξία των Ελληνικών ατμοκινήτων σκαφών και των νέων πυροβόλων, το δε περιοδικό Blackwood’s Edinburg γράφει, « Η μάχη της Σκάλας των Σαλώνων παρέσχε την ικανοποιητικοτάτην των αποδείξεων περί της αποτελεσματικότητος του οπλισμού των ατμηλάτων σκαφών δια των βαρέων πυροβόλων υπέρ των οποίων τοσούτων θερμός και επί μακρόν συνηγόρησεν ο πλοίαρχος Άστιγξ. Ο τρομερός και ταχύς τρόπος δι ου δύναμις τοσούτον υπερτέρα ολοσχερώς εκμηδενίσθη δια των πεπυρακτομένων βλημάτων και των εκρηκτικών οβίδων της Καρτερίας επέβαλε σιγήν εις τους αντιθέτους των σχεδίων του Άστγγα εν Ευρώπη. Και εις πάντα μελετώντα τας προόδους του ναυτικού πολέμου, κατέστη δήλον από της ημέρας εκείνης ότι πλείονα του ενός κράτη έμελλον να δεχθώσει τας αεχάς αυτού περί ναυτικού πυροβολικού και οπλίσωση πολλά σκάφη κατά το παράδειγμα όπερ ούτοι έδωκεν».

Αλλά η ναυμαχία αυτή είχε και ένα άλλο σοβαρό αποτέλεσμα. Έπεισε τους Έλληνες να παραιτηθούν πλέον της συγκροτήσεως στόλου από ιδιωτικά πλοία και να συγκροτήσουν στόλο ο οποίος θα ανήκε στο κράτος.

Και ο Μπαρτόλντη μας λέγει, «Αυτή υπήρξε λαμπρά νίκη ήτις μετά τας ήττας του Μεσολογγίου και των Αθηνών ήλθε να δώση νέα ζωή εις τους Έλληνας. Ο Άστιγξ ηδύνατο πλέον να διαβιβάση ασφαλώς εις την Στερεά τα στρατεύματα του Τζωρτζ».

Και ο γενικός αρχηγός Κόχραν έγραφε στον μοίραρχο «Επράξατε πολλά και άξια όπως ανοίξετε τας συγκοινωνίας. Ασχοληθείτε νην περί υμών αυτών, η θέσης είναι επικίνδυνος εάν αι πληροφορίαι μου είναι αληθείς, ο εχθρικός στόλος κατέπλευσεν εις Πάτρας. Παρέχω υμίν πάσαν ελευθερίαν να πράξητε παν ότι θεωρείτε άριστον διά την δημοσίαν υπηρεσίαν».

Η έξοδός του από τα στενά του Ρίου στον Πατραϊκό κόλπο είναι μία νέα δοκιμασία, αλλά και αυτή την φορά όχι σαν κλέφτης μάσα στην νύκτα, αλλά σαν παλληκάρι στο φως της ημέρας διέρχεται όχι όμως άνευ απολιών, οι οποίες είναι μικρότερες από των Τούρκων. Οι ζημιές που προξένησαν τα πυρακτωμένα βλήματα της Καρτερίας στο φρούριο είναι μέχρι σήμερα ορατές.

Ο Άστιγξ πλέοντας στα νερά των Πατρών αντελήφθη ότι οι Τούρκοι ανεφοδιάζοντο πυρετωδώς. Πλησιάζοντας στο λιμάνι βλέπει κατάφορτο εφοδίων ένα μεγάλο αυστριακό τραμπάκουλο (μεταφορικό πλοίο μεγάλης χωρητικότητος).

Ο Άστιγξ απευθυνόμενος προς αυτόν του λέγει. «Ως πρόξενος της Αυστρίας βεβαίως έχετε ειδοποιηθή ότι η Ελληνική κυβέρνηση έχει κηρύξει εις αποκλεισμόν τας Πάτρας και ότι Ελληνική κανονιοφόρος περιπλέει τον λιμένα».

Σε απάντηση ο Αυστριακός με το ύφος των λειτουργών της Αυστριακής αυτοκρατορίας λέγει «Το κράτος μου δεν αναγνωρίζει Ελληνική κυβέρνησην ούτε αποδέχεται την ισχύν των πράξεών της».

Και ο Άστιγξ απαντά με μεγαλύτερη ετοιμότητα « Κύριε πρόξενε αι διαταγαί ας έχω είναι να κυρώσω διά των όπλων τας πράξεις ταύτας και οφείλω να παρακαλέσω υμάς να μεταβήτε αμέσως εις το αυστριακό μεταγωγικό και να έλθει εδώ ο πλοίαρχος μετά των δικαιολογητικών».

Ο Αυστριακός όμως επιμένει «Νομίζω ότι ομιλώ προς Άγγλον και επειδή ούτε η Αυστρία ούτε η Τουρκία ευρίσκονται εις πόλεμον με την Αγγλίαν είσθε υπόχρεως να σεβαστήται την Αυστριακή σημαία».

Και ο Άστιγξ έκοψε τότε οριστικά την ευγλωττία του με τις εξής πολύ πράγματι συγκινητικές για κάθε Έλληνα, λέξης. «Ομιλείτε κύριε προς Έλληνα αξιωματικό, διοικούντα την μοίραν του αποκλεισμού και αν το αυστριακόν σκάφος δεν τεθή αμέσως υπό τας διαταγάς μου θα το βυθίσω. Ως θα καταπυροβολήσω και το τουρκικόν στρατόπεδον, ιδού είπε, βγάζοντας το ωρολόϊ του Πέντε λεπτά μόνον» και εγκατέλειψε τον πρόξενο. Και πράγματι μετά την παρέλευση των πέντε λεπτών ο Άστιγξ έστειλε το αυστριακό τραμπάκουλο στο βυθό, ενώ με γρήγορο πυρ έθεσε και εκτός ενεργείας τα τουρκικά πυροβολεία.

Μετά την απελευθέρωση του Κορινθιακού από τον τουρκικό στόλο τα Ελληνικά σώματα του Κώστα Μπότσαρη, Κίτσου Τζαβέλλα, του Δημ.Υψηλάντη και του Τζωρτζ περνούν στην Στερεά Ελλάδα προσπαθώντας να ξαναφουντώσουν τον αγώνα και να δώσουν καινούργια ζωή στην παραλυμένη επαρχία, ώστε να συμπερηφθούν και αυτά τα μέρη στο συζητούμενο υπό ίδρυση Ελληνικό Κράτος.

Αλλά πιο το νόημα όλων αυτών των προσπαθειών αν το Μεσολόγγι έμενε στα χέρια των Τούρκων. Για τον λόγο αυτό και ανετέθη στον Άστιγγα η συμπλήρωση του σχεδίου.

Ο ακούραστος κομμοδόρος αποφασίζει να μπει στη λιμνοθάλασσα και να καταλάβει το Βασιλάδι. Το μικρό αλλά ισχυρό νησιωτικό φρούριο το οποίο στις πολιορκίες του Μεσολογγίου είχε στοιχίσει τόσο σε αίμα στον Ρεσίτ πασά και τον Ιμπραήμ και τα οποία εις μάτην είχαν προσπαθήσει να καταλάβουν ο Μιαούλης και ο Κόχραν, ήταν το κλειδί για την ανακατάληψη του Μεσολογγίου.

Ο Άστιγξ αφού όπλισε 15 πλοιάρια και δύο εφόδια του στόλου του τα στέλνει στα αβαθή του Μεσολογγίου και διακόπτει κάθε επικοινωνία μεταξύ Βασιλαδίου- Αιτωλικού και Μεσολογγίου. Επειδή όμως οι καιρικές συνθήκες δεν ήσαν ευνοϊκές, η επιχείρησης επαναλαμβάνεται στις 27 Δεκεμβρίου 1827. Η Καρτερία βάλει από νοτιοδυτικά η Ελβετία από ανατολικά και τα κανονιοφόρα πλοιάρια από το εσωτερικό της λιμνοθαλάσσης. Η πρώτη βολή της Καρτερίας πέφτει μέσα στο οχυρό, η πρώτη της Ελβετίας καταστρέφει την δεξαμενή του νερού, η Τρίτη ανοίγει ρήγμα στο τείχος. Η τετάρτη σκοπεύοντας αυτού του Άστιγγος ανατινάσσει την πυραταποθήκη. Τα περισσότερα των πυροβόλων ανατρέπονται και η φρουρά παραδίδεται . Και «ο πλέον παρά Έλλην» όπως γράφει η Γενική Εφημερίδα Άστιγξ, πηδήσας στην επιτελήδα του εξέρχεται στο Βασιλάδι παραλαμβάνει το φρούριο ενώ τον φρούραρχο και την φρουρά τους στέλνει στο Μεσολόγγι. Στο φρούριο εγκαθιστά το από τον Αρχιστράτηγο σταλέν απόσπασμα. Την ίδια μέρα ο Κυβερνήτης Καποδίστριας διέσχιζε το Ιόνιο. Και με την ωραία αυτή νίκη η οποία άνοιγε τον δρόμο για το Μεσολόγγι χαιρετίσθηκε η άφιξής του στην Ελλάδα.

Μετά την πτώση του Βασιλάδι υπολείπετο ακόμη και η πτώση του Αιτωλικού ώστε να ανοίξει ο δρόμος από ξηρά και θάλασσα για το Μεσολόγγι. Από ξηρά τις επιχειρήσεις διεύθυνε ο Τζωρτζ. Η μεταξύ όμως αυτού και του Άστιγγος συνεργασία δεν υπήρξε χωρίς προστριβές. Αλλά ευτυχώς οι διαμάχες τους δεν έλαβαν μεγάλες διαστάσεις και σ’αυτό συνετέλεσε το υψηλό ιδεώδες για το οποίο αγωνιζόντουσαν και οι δύο φιλέλληνες. Ο Τζωρτζ γράφει στις σημειώσεις του, «Ο Άστιγξ όστις εκέκτητο τας ευγενεστέρας αρετάς πνεύματος και καρδίας ήτο δυστυχώς οξύθυμος και δύστροπος, το οποίον καθίστα πολλάκις δύσκολον την μετ’ αυτού συνεργασία».

Σε κάποιο ζήτημα των πλοιαρίων ο αρχηγός των ναυτικών δυνάμεων ενόμισε ότι ο Τζωρτζ επενέβαινε στα καθήκοντά του και εξεφράσθη με τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλέσει την άμεσον απάντηση αυτού, «Πρέπει να λεχθεί, εξακολουθεί ο Τζωρτζ προς τιμή του Άστιγγος, ότι έθεσεν εαυτόν εις μεγάλην δυσχέρειαν και εφ’ ικανόν χρόνον κατά το παρελθόν παρέχων εξ ιδίων χρήματα δια τα πληρώματα και είχεν αηδιάσει εκ της ολίγης προσοχής ην του έδιδεν η προσωρινή Κυβέρνηση ώστε ερεθισμένος εκ του γεγονότος τούτου έδειξεν την οργήν του στο Βασιλάδι»

Όταν πληροφορήθηκε ο Άστιγξ ότι ο Καποδίστριας ανέλαβε κυβερνήτης και ότι ο Κόχραν ανεχώρησε από την Ελλάδα υπέβαλε σ’αυτόν τη γνώμη του για την οργάνωση του

Ελληνικού ναυτικού. Ο Καποδίστριας του υποσχέθηκε ότι θα δεχθεί τις θεωρίες του και θα δημιουργήσει κυβερνητικό ναυτικό ακολουθώντας τις συμβουλές του. Για την ανάθεση στον Άστιγγα της διευθύνσεως των ναυτικών υποθέσεων ο Κυβερνήτης υπόγραψε το εξής έγγραφο, «Προς τον καπετάν Άστιγγα. Η Κυβέρνησης ευχαρίστως διά την οποίαν έχετε διάθεσιν του να φανήτε χρήσιμος εις τους σκοπούς της σας επιφορτίζει με την διεύθυνσιν των ναυτικών υποθέσεων…θέλετε μεταχειρισθή ως προσωρινό γραμματέα τον κ.Γεώργ. Οικονομίδη…».

Μετά την θεμελίωση του πρώτου ναυστάθμου στον Πόρο όπου ο Άστιγξ είχε αναλάβει την οργάνωση των διαχειριστικών υπηρεσιών, επανήλθε στην Καρτερία.

Τον Μάιο του 1828 έγιναν απόπειρες καταλύσεως του Αιτωλικού. Η κατάσταση ήτο δύσκολη και γι αυτό θα εγίνοντο συντονισμένες ενέργειες και από την ξηρά και από την θάλασσα. Ο βομβαρδισμός διήρκησε 5 ώρες χωρίς διακοπή, το τουρκικό αρχηγείο κατεστράφη ενώ το Αιτωλικό καιγότανε και σύμφωνα με ανακοίνωση της επίσημης Εφημερίδος «Πολλαί οικοδομές ανετράπησαν, οχυρώματα κατεστράφησαν και τρόμος διεδόθη εις το εχθρικόν στρατόπεδον». Ο Άστιγξ επιθυμώντας να δόση παράδειγμα θάρρους αποφασίζει να οδηγήσει τις λέμβους αυτοπροσώπως. Δυστυχώς όμως η έλλειψης πειθαρχίας και η ύπαρξης ατάκτων τμημάτων τα οποία ενδιαφέροντο για πλιάτσικο στο Αιτωλικό προκάλεσε σύγχυση και πρόωρο επίθεση. Ο Άστιγξ προσπαθώντας να διορθώσει τα πράγματα εξορμά παρασύροντας μαζί του και όλες τις ναυτικές δυνάμεις για να μην αφήσει εκτεθειμένους τον στρατηγό Ευμορφόπουλο και το κόμητα Μπρόζιο οι οποίοι εξέλαβαν τας κινήσεις των ατάκτων ως έναρξη της επιχειρήσεως. Και δίνοντας το σημείο της επίθεσης οδήγησε τις λέμβους της Καρτερίας στην πρώτη γραμμή και όρθιος επί του εφολκίου φωνή «Εμπρός» παρασύροντας τους πάντες με το παράδειγμά του. Αλλά όταν άγγιζαν την παραλία του Αιτωλικού ένα τουρκικό πυροβολείο ρίχνει επιτυχημένη βολή. Τρεις άνδρες πίπτουν, εκ των οποίων ο ένας ο Άστιγξ βαριά πληγωμένος στον βραχίονα. Η αποχώρηση της αρχηγίδος προκαλεί πανικό και γενική υποχώρηση, ο στρατηγός Ευμορφόπουλος σκοτώνεται πληγωθείς στο μέτωπο, όπως και ο ποιο ενθουσιώδης από όλους τους φιλέλληνες Μπριόζιο, ενώ τραυματίζονται οι υπολοχαγοί Γκαίμπεν, Στέλβαχ και άλλοι.

Μετά στην επιστροφή στην Καρτερία το τραύμα δέθηκε πρόχειρα γιατί ο γιατρός του πλοίου είχε μετατεθεί και ο αντκαταστάτης του δεν είχε έλθει ακόμα. Ο γιατρός Γυετ ο οποίος ήλθε μετά από μεγάλη καθυστέρηση από το Ελληνικό στρατόπεδο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε λόγος μεγάλης ανησυχίας. Ο Άστγξ παρ’όλους τους πόνους του διατηρεί αμείωτο το ηθικό του και όλες του οι προσπάθειες και οι σκέψεις ήσανε στο να επανορθώσει η ατυχής επίθεσης στο Αιτωλικό. Και έτσι την 15 Μαΐου έκανε πλήρη αναφορά προς την Κυβέρνηση για τα γεγονότα, την διαγωγή εκάστου αξιωματικού, για την απονομή συντάξεως στην χήρα του αρχηγού των κανονιοφόρων Παπανάνου και για προσεχή επανάληψη της επιχείρησης εναντίον του Αιτωλικού την οποία θεωρούσε απαραίτητη για την κατάληψη του Μεσολογγίου.

Αλλά δυστυχώς φαίνεται ότι είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Ο αρχίατρος Γυετ παρά την αισιοδοξία του βλέποντας ότι το τραύμα χειροτέρευε θεώρησε απαραίτητο να κοπή ο βραχίονας και γι αυτό διέταξε την μεταφορά του σε νοσοκομείο της Ζακύνθου. Δυστυχώς όμως ο τέτανος επήλθε κατά τον πλου.

Ο Ψαριανός Παπά Μικές Δούκας ένας από τους παλαιούς υποπλοιάρχους του Άστιγγος γράφει στις αναμνήσεις του, « Και το πρωί επήγαμεν εις την φρεγάδα και μας είπαν οι Άγγλοι ότι ο Άστιγξ είναι εντός κινδύνου, ότι έκαμεν διαθήκη, εδιόρισε πλοίαρχον της Καρτερίας τον Ιωσήφ Φαλάγκαν και υποπλοίαρχον των Ιωάννη Σωτηριάδην, τους δε άλλους ναύτας θα προβηβάσει μετά ταύτα εάν ζήση. Όλοι εμείναμεν επί της φρεγάδας κατά δε το μεσονύκτιον ήλθε ο φύλαξ και μας ειδοποίησε ότι απέθανε. Τον εκλαύσαμεν από βάθος καρδίας διότι εχάσαμεν πατέρα και όχι πλοίαρχο αυθάδη. Αφού οι Άγγλοι τον διόρθωσαν και τον περιέκλεισαν μας παρέδωκαν το λείψανόν του και το εφέραμεν εις τον Πόρον όπου ο Ναύσταθμος».

Ο Φρανκ Άμπνεϋ Άστιγξ άφησε την τελευταία πνοή της ζωής του την 1η Ιουνίου 1828.

Ψυχορραγούντος του Άγγλου φιλέλληνα ο Καποδίστριας εξέδωσε την εξής διαταγή.

«Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος προς τον αρχηγόν της κατά τον Κορινθικόν κόλπον ναυτικής δυνάμεως. Η Κυβέρνηση εγκλείουσα την ευχαριστήριόν της επιστολήν δια τους κατά την 11 Μαΐου αριστεύσαντας σπεύδει κατ’εξοχήν να προσφέρει εις Σε ιδιαιτέρως την ευγμωμοσύνη της τής οποίας και εις αυτήν την εσχάτην ώραν εφάνης άξιος εκθέσας την ζωήν Σου εις κίνδυνον υπέρ της Ελλάδος των συμφερόντων της οποίας εξ αρχής του αγώνος υπήρξας υπέρμαχος. Αυτής Σου της προς την Ελλάδα αφοσιώσεως τα έντιμα δείγματα φέρεις εις το Σώμα σου και ανακαλείς εις την μνήμην των ανθρώπων την δόξαν η οποία προ δύο ετών περιεχύθη εις τα μέρη όπου ήδη αγωνίζεσαι.

Εν Πόρω 26 Μαΐου 1828 ο Κυβερνήτης».

Δυστυχώς όμως σε λίγες ημέρες απηύθυνε επιστολή προς τον Υπουργόν των Ναυτικών Μαυροκορδάτο και τους δύο επιστήθιους φίλους του Άστιγγος Γ.Φίνλεϋ και Ν. Καλλέργη

Η οποία αρχίζει ως εξής: «Ο Πλοίαρχος Άστιγξ δεν υπάρχει πλέον. Η θανατηφόρος πληγή την οποία έλαβεν, ενώ έδιδε νέα δείγματα του υπέρ της Ελλάδος ζήλον του υπό τα τείχη του Αιτωλικού μας τον αφήρπασε την 1η Ιουνίου», αφού δε αναφέρει σε συντομία της υπηρεσίες του Άστιγγα και το καθήκον των Ελλήνων προς την μνήμην του « γενναίου προασπιστού της ανεξαρτησίας ημών όστις εδέχθη δι ημάς το θανάσιμον εκείνον τραύμα, υπήρξε ανήρ, αγαθός επιλέγει και στρατιώτης άμα και ναύτης ανδρείος. Πολεμική άρα και ναυτική κηδεία ανήκει εις αυτόν κατ’ εξοχήν» και συνεχίζει « ως τόπος συναθροίσεως των συστρατιωτών του αοιδίμου, εξαιτείται ο Πόρος τα νεκρά αυτού λείψανα διά να τα δεικνύη διαρκώς εις τους γενναίους εκείνους οίτινες φέροντες μεθ’εαυτόν μνημόσυνα ζωηρότατα του ευκλεούς συναγωνιστού θέλουν τον υπολαμβάνει ως μη παύσαντα να υπάρχη και παραμυθούμενος θέλουν οιονεί ενισχύεσθαι διά της παρουσίας του. Τέλος ως γυμνάσιον των νέων ναυτών μας ο Πόρος απαιτεί να είναι της σκιάς του το άσυλον, ώστε η μνήμη του ανεξάλειπτος από την φαντασίαν της νεολαίας ταύτης των αγαθών της Ελλάδος ελπίδων να τους υπεκαύση, ως πνεύμα προϊστάμενον εις τας σπουδάς των εις πρόσκτησιν των αρετών και γνώσεων όσων εκόσμουν τον αείμνηστον».

Το γενικό πρόσταγμα της κηδείας στην οποία θα παρευρίσκετο και ο ίδιος ο Κυβερνήτης ανετάθη στους ανωτέρω τρεις άνδρες οι οποίοι αναχώρησαν για να προϋπαντήσουν την σορό.

Ο αρχιστράτηγος Τζωρτζ ο οποίος αν και είχε έλθει σε πολλές προστριβές με τον Άστιγγα δεν μπορούσε να μην παραδεχθεί την ανωτερότητά του και σε έγγραφο σωζόμενο στο Βρετανικό Μουσείο αναφέρει, «Ο θάνατος του Άστιγγος, ήτο μεγάλη απώλεια διά την Ελλάδα. Είχε κάμει σημαντικάς θυσίας εν τη υπηρεσία εις την οποίαν τελικώς εθυσίασε και την ζωήν του. Ήτο ανήρ ψύγραιμος και ατρόμητος μεγάλης δε πρακτικής και επιστημονικής μορφώσεως, πάντοτε έτοιμος δι επιχείρησιν και μεγάλης καρτερίας. Εξετιμάτο μεγάλης και έχαιρεν υπόληψιν μεταξύ των Ελλήνων και το στρατιωτικόν του στάδιον εσημειώθη διά πολλών επιτυχιών υπέρ της θετής του πατρίδος και υπέρ της ιδίας εαυτού δομής. Μετά τη απώλειαν του ευγενούς πλοιάρχου της η μέχρι ώρας ισχυρά «Καρτερία» ο τρόμος του εχθρού κατέστη πλοίον συνήθους τάξεως, είναι αληθές ότι εν αυτή ευρίσκοντο ακόμη τα φοβερά πυροβόλα τα επινοηθέντα υπό του Άστιγγος τα εκτοξεύοντα υπό την διεύθυνσίν του πυρ και θάνατον κατά των εχθρών προς όλας τας διευθύνσεις, αλλ’ εκείνος δεν υπήρχε πλέον και εκλιπούσης της χειρός ήτις διηύθηνε και της ψυχής ήτις ενίσχυε τα κατορθώματα της «Καρτερίας» αι μετέπειτα υπηρεσίαι της υπήρξαν ασήμαντοι όσον εις το παρελθόν ήσαν σπουδαίαι και λαμπραί».

Στις 6 Ιουνίου κάτω από τους κρότους των πυροβόλων τις σημαίες μεσίστιους και τις κεραίες κεκλυμένες ο κυβερνήτης της Καρτερίας Φαλάγκας παρέδιδε το ταριχευμένο σώμα στον μοίραρχο Φαβρίκιον, προσωρινό αρχηγό της Μοίρας.

Την 13η η σορός ευρίσκετο στο Λουτράκι όπου έτρεξε όλη η Περαχώρα και η Κόρινθος και όλοι μαζί συνόδευσαν τον νεκρό στο Καλαμάκι κάτω από τους κανονιοβολισμούς των πλοίων και της Ακροκορίνθου.

Στο Καλαμάκι η σορός επεβιβάσθει στο πλοίο «Αθηνά» το οποίο την μετέφερε στην Αίγινα, και ο Φίνλεϋ αναφέρει «Ουδέποτε ίσως αλλόφυλοι μαχητέ επένθησαν ειλικρινέστερον και βαθύτερον ανδρείον ξένον διά τον πρόωρον χαμόν του. Ότε οι πολυάριθμοι Έλληνες ναυτικοί οι υπηρετήσαντες κατά καιρούς υπό τας διαταγάς του έμαθον τον θάνατον αυτού συνήθροισαν αμέσως δι εράνου χρηματικόν ποσόν και εκτέλεσαν εν τη Μητροπόλη της Αιγίνης διά του Ελληνικού κλήρου μνημόσυνον μετά πάσης πομπής και παρατάξεως δυνατών κατά τους ταραχώδεις εκείνους χρόνους».

Έτσι ο νεκρός συνοδευόμενος από όλα τα μέλη του Γενικού Φροντιστηρίου, από τον προσωρινό Διοικητή Αιγίνης από όλους τους αξιωματικούς των προσορμισθέντων στην Αίγινα πολεμικών πλοίων, ετοποθετήθη στην εκκλησία του Σωτήρος στο Ορφανοτροφείο, στην αυλή της οποίας συνεγκεντρώθη όλος ο κλήρος, οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και οι επιζώντες Φιλέλληνες. Μετά από λίγο ήλθε και ο Κυβερνήτης συνοδευόμενος από αντιπροσωπεία του Πανελληνίου. Μετά από σύντομο επικήδειο ευχή άρχισε η εκφορά του νεκρού. Προπορεύοντο 100 πενθηφορούντες ναύτες, στη συνέχεια ήρχοντο 4 αξιωματικοί του ναυτικού οι οποίοι έφεραν το ξίφος, τας επωμίδας και το τριχωτών του νεκρού.

Κατόπιν 8 αξιωματικοί έφεραν το φέρετρον συνοδευόμενοι από 4 πλοιάρχους οι οποίοι κρατούσαν τις τέσσερες άκρες του επ’αυτού καλύμματος. Ακολούθη ο Κυβερνήτης και οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές όλοι δε έφεραν στον αριστερό βραχίονα το σημείο του πένθους. Με αυτή την τάξιν η σορός μετεφέρθη στην ακρογιαλιά όπου τοποθετήθηκε σε λέμβο, η οποία ήτανε σκεπασμένη ολόκληρος με πένθιμο ύφασμα. Όταν η λέμβος έφτασε στο προορισμένο πλοίο το οποίο θα μετέφερε την σορό στον Πόρο, όλα τα πλοία κατέβασαν τις σημαίες τους και έκλιναν τις κεραίες τους. Ενώ ηκούοντο 34 κανονιοβολισμοί όσα τα χρόνια του νεκρού.

Τα πλοία με μικρή ταχύτητα και με μεγαλοπρέπεια εισήλθαν στο λιμάνι του Πόρου και αγκυροβόλησαν απέναντι του Ναυστάθμου. Πρώτα εξήλθον οι συνοδεύοντες τον νεκρό και εν συνεχεία ο Κυβερνήτης ο οποίος χαιρετίστηκε με γενικό κανονιοβολισμό.

Τελευταίος δε από όλους εξήχθη ο νεκρός.

Μπροστά στο Ναύσταθμο είχανε παραταχθεί, λόχος πεζικού, αντιπροσωπεία του Ναυτικού, των τακτικών σωμάτων της ξηράς και όλοι οι παρευρισκόμενοι πλοίαρχοι και αξιωματικοί ως και το πλήρωμα της Καρτερίας. Όλοι δε μαζί συνόδευσαν τον νεκρό στην τελευταία του κατοικία.

Μετά από σύντομη ευχή ο επί των Εξωτερικών Υπουργός Σπυρίδων Τρικούπης εξεφώνησε συγκινητικότατων αποχαιρετιστήριον λόγο εξ ονόματος της Κυβερνήσεως και του Έθνους, και ακολούθησε ο τελευταίος ασπασμός και όλοι οι παρευρισκόμενοι έρριψαν μία χούφτα χώμα αρχής γενομένης από το Καποδίστρια, ενώ ο λόχος του τακτικού σώματος και τα ναυτικά αγήματα αποχαιρέτησαν τον Άστιγγα με τριπλό τουφεκοβολισμό.

Το τέλος της κηδείας το εσήμαναν 34 βολέ πυροβολικού οι οποίες συνεκλόνισαν τις ψυχές όχι μόνο των παρευρισκομένων αλλά και όλων των Ελλήνων.

Η ομιλία αυτή έγινε από τον γράφοντα για πρώτη φορά την 25η Μαρτίου 1982.

Γ.Αθανασίου




Comments (1)

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. Παν.Μουστάκας says:

    Μια ακόμη προσφορά ιστορικών γνώσεων του εκλεκτού συμπολίτου μας κ.Γιώργου Αθανασίου,προς τους Ποριώτες.Τον ευχαριστούμε.

Σχολιάστε