Ψήγματα Παραδείσου



Γράφει η Κατερίνα Ανδρέου – 

 

Συνεχίζω λοιπόν, αφού είχα ενθάρρυνση και τροφή για επέκταση. Τις στιγμές εκείνες που παίρνω μια βαθιά ανάσα, και καταφέρνω να βρεθώ πάλι εκεί, υπερσκελίζοντας τις γκρεμισμένες γέφυρες. Τότε, συνεχίζω αναγκαστικά, γιατί όλα έχουν αλλάξει, και η συνέχεια προϋποθέτει αλλαγή.
Όχι προσαρμογή, θα ήταν ήττα.
Αλλαγή, για να ανακαλυφθεί εκ νέου, κάτω από τα συντρίμια, αυτό που καθιστούσε κάποτε παράδεισο τον παράδεισο.

Η Βαγιωνιά, ας πούμε, ξανανακαλύφθηκε αλλιώς, την ημέρα της προγραμματισμένης διακοπής ρεύματος του Ιουλίου,
κατά το εγχείρημα παράκαμψης του πολιτισμικού μας κατασκευάσματος,
που προγραμματισμένα θα μας προέδιδε για αρκετές ζεστές ώρες.

Με παιδιά και σκύλο, εκκίνηση πριν την ανατολή, για εξασφάλιση δροσιάς.
Πορεία μέσα από το ρέμα, από Δασαρχείο σε Βρυσούλα, στάση για ξεκούραση. Ανώδυνα και υπέροχα.
Από Βρυσουλα σε Άγιο Στάθη, στάση για ξεκούραση, είχε πια αρχίσει να μεσημεριάζει, όχι και τόσο ανώδυνα πια. Ακόμα υπέροχα.

Μέχρι εκεί ήταν το προγραμματισμένο τόλμημα. Πολύ περιορισμένο, για τόλμημα.
Οπότε επέκταση.
Κι εδώ αρχίζει να προσομοιάζει τελικά με τόλμημα. Από Άγιο Στάθη σε ‘Παράδεισο’
(διάβαζε ‘Άγιο Νεκτάριο’ της παιδικής μας ηλικίας), όπου ταιστήκαμε στα κάρβουνα,
παρακάμπτοντας κατάτι τον εύθραυστο πολιτισμούλη μας.

Και τελικά Βαγιωνιά, αφού πια ήμασταν ‘τόσο κοντά’, και τα παιδικά παρακάλια τόσο συγκινητικά, παρά την ταλαιπωρία κατά την πορεία μες στο καταμεσήμερο.

Και για αυτήν ακριβώς την ταλαιπωρία, το δώρο που τις περίμενε χρυσάφι,
παρά την ερημιά και την εγκατάλειψη.
Μια θάλασσα κρύσταλλο να κολυμπήσουν, να (ξανα)ανακαλύψουν τις θαλασσινές σπηλιές, με την κρυμένη δίψα, αγάπη και έκσταση.
Μια έκταση με συκιές και βράχια να σκαρφαλώσουν, να τρέξουν, παιδιά, σκυλιά, ελεύθερα.
Και πολλά σκουπίδια-θησαυροί, να ναυπηγήσουν και να σαλπάρουν αυτοσχέδιες σχεδίες που να μπορούν να κρατήσουν το βάρος και το παλατζάρισμα της μικρότερης κόρης-πειραματόζωου-πιλότου…
Ακόμα και τα σκουπίδια κατάφεραν οι άτιμες να τουμπάρουν σε ευτυχία. Κυρίως αυτά.
Σε αυτά αφορούσαν εξαρχής τα παρακάλια τους για Βαγιωνιά.

Ευχαριστώ κορίτσια.
Μου θυμίσατε ότι τίποτα δεν χάνεται.
Μόνο αλλάζει μορφές.
Και τότε θέλει λίγη παραπάνω τόλμη για να το επαναπροσεγγίσεις,
και λίγο παραπάνω κόπο για να το αναγνωρίσεις στη νέα του μορφή.




Comments (2)

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. Παναγιώτης Γ. Ανδρέου says:

    Κατερίνα, καλημέρα.

    Περιορίζομαι στο χαιρετισμό στο πρόσωπό σου, αν και, από τη στιγμή που γίνεται μέσω του ανοιχτού διαλόγου από τις σελίδες της POROSNEWS, αυτονόητα απευθύνεται και σε όσες/όσους μας διαβάζουν.

    Γράφεις: «Συνεχίζω λοιπόν, αφού είχα ενθάρρυνση και τροφή για επέκταση». Αν περιλαμβάνομαι σε όσους σε προτρέπουν να γράφεις και να μας κάνεις μέτοχους του προβληματισμού και της ευαισθησίας σου, είναι κάτι που με ικανοποιεί και ευχαριστεί ιδιαίτερα. Γιατί, παράλληλα, δίνει και σε μένα τον «χώρο» να μπορέσω να διατυπώσω σκέψεις, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν βάση επικοινωνίας και αναζήτησης για θέματα που έχουν διαχρονικό και διατοπικό ενδιαφέρον. Είπαμε, ήδη, ότι καταφέρνεις με τα γραπτά σου να αναγάγεις τα προσωπικά βιώματα σε δια-προσωπικά συμπεράσματα. Όλοι μας, λίγο πολύ, έχουμε ζήσει τέτοια γεγονότα. Όμως, η ματιά, η αίσθηση, η αποκωδικοποίηση που πετυχαίνεις να εκφράσεις μας αποκαλύπτει διαστάσεις που δεν αντιλαμβανόμαστε. Και, μάλιστα, με έναν τρόπο όχι διδακτικό και απόλυτο, αλλά με την αγωνία και το πάθος για την διέξοδο που, πρώτη, αναζητάς και ψηλαφίζεις. Βρίσκεις, έτσι, ψηλαφιστά αυτό λες «ψήγματα».

    «τὸ γὰρ κακὸν τοῦ ἀπείρου, ὡς οἱ Πυθαγόρειοι εἴκαζον, τὸ δ̉ ἀγαθὸν τοῦ πεπερασμένου», γράφει ο παππούς Αριστοτέλης στα Ἠθικὰ Νικομάχεια.

    Η Βαγιωνιά, μια χούφτα θάλασσα, πεπερασμένη έκταση και στιγμή χαράς και ευχαρίστησης. Χαραμάδα για τον Παράδεισο. Γιατί ο Παράδεισος μάς ανοίγει χαραμάδα. Όχι «μπουκαπόρτα». Όλα τα δύσκολα έτσι δίνονται. Δεν είναι καταναλωτικά αγαθά «με τη σέσουλα». (Για σένα και τους νεότερους η «σέσουλα», ίσως, είναι άγνωστη. Ρωτήστε τους μεγαλύτερους).

    Πώς καταφέρνεις, άτιμη (χρησιμοποιώ τον χαρακτηρισμό που αποδίδεις στα κορίτσια, τόσο απλά και άδολα / ξέρεις και ξέρω ότι είναι ά-τιμες, άρα, παν-άξιες, δηλαδή χωρίς τιμή αλλά με ανεκ-τίμητη αξία), να «ζωγραφίζεις» με τις λέξεις την ζωντάνια και την απλότητα του παιχνιδιού των παιδιών.

    Ειδικότερα και, όσο το δυνατόν, συντομότερα (σχεδιαγραμματικά) δυο-τρία σχόλια.
    1. «… η συνέχεια προϋποθέτει αλλαγή. Όχι προσαρμογή, θα ήταν ήττα».
    Με την αναγκαία διευκρίνιση ότι η αλλαγή, ακόμα και ως προσαρμογή, δεν είναι ιδιοτροπία και αλλοτρίωση, αλλά προσωπικός αγώνας ένταξης και δράσης στην οικογένεια, στη δουλειά και στην κοινωνία (για να περιοριστούμε στους κύριους στίβους του «εὖ ἀγωνίζεσθαι»).
    2. «Από Άγιο Στάθη σε ΄΄Παράδεισο΄΄. Ευτυχώς, το ΄΄Παράδεισο΄΄ το διορθώνεις στην παρένθεση.
    3. «… θέλει λίγη τόλμη …». Το θάρρος, η τόλμη είναι η βάση για να ζήσουμε δυο, σπουδαία, γεγονότα της ζωής μας: την αγάπη και την απώλεια. Και τα δυο είναι κάτι που επαναπροσδιορίζονται και επαναπροσδιορίζουν.
    4. «… λίγη παραπάνω κόπο …». Δεν είναι εύστοχο. Δεν μιλάμε για ταξίδι αναψυχής στις Μπαχάμες. Γιατί τον Παράδεισο δεν τον ζητάμε, τον προσφέρουμε. Και αυτό είναι ένας συνεχής αγώνας θυσίας και ενσυναίσθησης.

    Κατερίνα, συχνά, καταφεύγουμε σε εικόνες για να αποδώσουμε μια άγνωστη και απροσδιόριστη έννοια με μια πραγματική και κατανοητή αναλογία. Κάπου (δεν μπορώ τώρα να παραπέμψω επακριβώς) έχω «αλιεύσει» την εξής διατύπωση: «Παράδεισος είναι ένα μεγάλο τραπέζι, όπου ο ένας ταΐζει τον άλλο. Κόλαση είναι ένα αντίστοιχο, όπου ο ένας φοβάται τον άλλο μην του φάει το φαγητό».

    Το είπαμε, «ανίψι», συνεχίζεις … (δηλαδή, αλλάζεις, όπως η ίδια γράφεις).

  2. Παναγιώτης Γ. Ανδρέου says:

    Χαίρετε.

    Επανέρχομαι γιατί, μετά από κουβέντα για το θέμα με την Κερασιά (γυναίκα μου), προέκυψαν και κάποιες νέες σκέψεις. Ας τις καταγράψουμε (πάντα, κ. Κανατσίδη, σχεδιαγραμματικά, για οικονομία χώρου και ανοχής).
    1. Τα «ψήγματα» προσέφερες εσύ, Κατερίνα, στα κορίτσια και εκείνα, με τη σειρά τους, σε σένα. Είναι η χαρά και η συνύπαρξη σε μια συμμετρία και σε ένα κάλλος του μυαλού και της καρδιάς. Σε μια αρμονία στη σχέση με τον εαυτό σας, μεταξύ σας, με τη φύση και τον Θεό. Ο υπαρκτός Παράδεισος που όλοι ευχόμαστε. (Η αρμονία με τη φύση είναι η σύγχρονη «προσευχή» που κάνουν οι νέοι στις μέρες μας – σχετικά αναφέρεται «γειτονικό» άρθρο της PNS).
    2. Έχουμε αναλογιστεί, άραγε, τι «κόλαση» είναι η Βαγιωνιά κάποιες φορές με συγκεκριμένες προϋποθέσεις και αντιλήψεις που ισχύουν για ορισμένους επισκέπτες της; «Και πολλά σκουπίδια-θησαυροί, να ναυπηγήσουν και να σαλπάρουν αυτοσχέδιες σχεδίες που να μπορούν να κρατήσουν το βάρος και το παλατζάρισμα της μικρότερης κόρης-πειραματόζωου-πιλότου… Ακόμα και τα σκουπίδια κατάφεραν οι άτιμες να τουμπάρουν σε ευτυχία. Κυρίως αυτά.», γράφεις και το υποστηρίζετε εσύ και τα κορίτσια. Δες και την άλλη πλευρά: την «υστερία» με την οποία αντιμετωπίζονται, συνήθως, τα παιδικά παιχνίδια με τέτοια «σκουπίδια». Ή την απογοήτευση γιατί δεν υπάρχει «σήμα» ή «ξεθώριασαν τα νύχια». Γι’ αυτό σου ξαναλέω: τα «ψήγματα» τα πήγατε εσείς εκεί. Δεν τα βρήκατε εκεί.
    3. Στην πορεία σας αναφέρεσαι στη Βρυσούλα / ΄΄Παναγίτσα΄΄ και στον Αη-Στάθη. Ναΐσκοι – σήματα, (κάπως τολμηρά, όπως τα πετραδάκια του Κοντορεβυθούλη) χτισμένοι από χρόνια εκεί να περιμένουν τον οδοιπόρο να αποθέσει τις αναμνήσεις του και τις ελπίδες του (αυτό, ακριβώς, είναι η πίστη: ευχαριστία για αυτό που έζησα και ικεσία για αυτό που προσδοκώ. Δυο κεράκια, ένα στο «ευχαριστώ» και ένα στο «παρακαλώ»). Έτσι, ο ναός γίνεται κατοικήτηριο του Αγίου, επειδή εκεί στεγάζει ο άνθρωπος τον πόθο του για το μεγαλείο του.
    4. Η αναφορά στον Παράδεισο φέρνει στο μυαλό και την Κόλαση. Μια αφήγηση – ανέκδοτο για να δούμε … σοβαρά κάποια πράγματα.
    Ρώτησαν κάποτε τον Διάβολο γιατί στην Κόλαση υπάρχει μόνο ένα καζάνι χωρίς καπάκι και αυτός απάντησε: «Δεν χρειάζεται. Εκεί μέσα βάζω τους Έλληνες. Όποιος προσπαθεί να βγει έξω τον τραβάνε οι άλλοι μέσα».

    Καλό βράδυ.

Σχολιάστε