Το κρασί και οι παλιές ταβέρνες του Πόρου


Στην ταβέρνα του Κερρά το 1960

Στην ταβέρνα του Κερρά το 1960

Γράφει ο Γιάννης Πουλάκης –
Στο «Γιαχνί σοκάκι», όπως λέγανε το μέσα δρόμο, που ξεκινάει από την πλατεία Ηρώων και τελειώνει στην πλατεία Καραμάνου, «στο βλογημένο σοκάκι», τα παλιά χρόνια, άμα μίλαγες για νερό αμάρτανες. Για κρασί μάλιστα.
Το στενό αυτό ήτανε το πιο ξακουστό στον Πόρο. Εκεί βρισκόντουσαν μαζεμένες οι περισσότερες ταβέρνες. Όποιος ζύγωνε το στενό αυτό ήταν αδύνατο ν’ αντέξει τους πειρασμούς από τις μυρουδιές της ρετσίνας και των μπεκρο-μεζέδων. Βάζανε οι ταβερνιάρηδες τους μεζέδες στα μαυροτηγανά τους και συνταυλούσανε λίγο το στόκολο να δυναμώσει η φωτιά και τότε έπιανε τους περαστικούς ένα τρέμουλο από τις τσίκνες που ξεμπουκάρανε από τις μισάνοιχτες πόρτες και τα καφασιανά παράθυρα, που γαργαλούσανε τα ρουθούνια τους, τα κάνανε να τρεμοπαίζουνε και μπουκάρανε συμπούρμπουροι στον παραδεισένιο αυτό στενό με τις μπόλικες ταβέρνες.
IMGP4328

Το κρασί που έπιναν συνήθως στον Πόρο ήταν η ρετσίνα. Ήτανε το πιο συνηθισμένο κρασί, όχι μόνο στο νησί, αλλά σε όλη τη Χώρα. Έχει το χρώμα του ξανθού μελιού και μια ελαφριά γεύση του ρετσινιού και του πεύκου. Σε κανένα ξένο δεν αρέσει όταν το πρωτοδοκιμάσει, όμως τη δεύτερη φορά που το πίνει, το βρίσκει καλύτερο και μετά προτιμάει μόνο αυτό.
Ειδικά τους πρώτους έξι μήνες της σοδειάς, όταν το άρωμα του σταφυλιού είναι πιο δυνατό από το ρετσίνι.

Παλιοί Ποριώτες μπροστά στην ταβέρνα του Σαραντόπουλου (Τσαουλιά). Από την ιστοσελίδα «Ποριώτες μιας άλλης εποχής».

Παλιοί Ποριώτες μπροστά στην ταβέρνα του Σαραντόπουλου (Τσαουλιά). Από την ιστοσελίδα «Ποριώτες μιας άλλης εποχής».

Η συνήθεια να ρίχνουν ρετσίνι στο κρασί που ψήνεται έχει ξεκινήσει από τις πολύ παλιές εποχές. Με το ρετσίνι το κρασί δεν χαλάει, γίνεται πιο νόστιμο και πιο χωνευτικό. Όπως λέγανε προφύλαγε τον κόσμο και από την ελονοσία. Τα παλιά χρόνια στο νησί έριχνε πολλά νερά και είχε μπόλικο κουνούπι. Ειδικά στην απέναντι περιοχή της Τροιζηνίας υπήρχανε πολλά στάσιμα νερά και ο κόσμος υπέφερε από κουνούπια και ελονοσία. «Και το κουνούπι θέλει ρετσίνα το ρημάδι. Έτσι και δεν πιεις, πάει σ’ έφαγε η μαρμάγκα. Έρχεται η νύχτα, τα κουνούπια σε τσιμπάνε σιγά-σιγά και μετά να η αρρώστια, να η ελονοσία και μετά πας χάθηκες. Άμα όμως έχεις πιει κρασί, μυρίζεις και δε ζυγώνουν τα κουνούπια κι έτσι τη γλιτώνεις». Έτσι λέγανε οι παλιοί Ποριώτες για να δικαιολο-γήσουνε την προτίμησή τους στη ρετσίνα.

1955: Στην Πλατεία Καραμάνου, έξω από το Δημαρχείο του Πόρου, ο Κούλης Παπουτσής, ο Δημήτρης Παγώνης και άλλοι δύο Ποριώτες απολαμβάνουν το μεσημεριανό... ποτήρι (λευκό κρασί στο καφενείο, πριν από το μεσημεριανό φαγητό).»Ποριώτες μιας άλλης εποχής»

1955: Στην Πλατεία Καραμάνου, έξω από το Δημαρχείο του Πόρου, ο Κούλης Παπουτσής, ο Δημήτρης Παγώνης και άλλοι δύο Ποριώτες απολαμβάνουν το μεσημεριανό… ποτήρι (λευκό κρασί στο καφενείο, πριν από το μεσημεριανό φαγητό).»Ποριώτες μιας άλλης εποχής»

Πιστεύανε πως το κρασί, αυτό το θαυματουργό κατασκεύασμα, κρύβει μέσα του τη ζωή και τα μάγια. Τρέφει τους διαβόλους κάπου στη γη, τις νεράιδες στις πηγές και στα πηγάδια, τα δαιμονικά πάνω στις συκιές, φέρνει το θάνατο στις σκιές και γούρι με μαγγανείες. Κανένας δεν πρέπει ν’ αψηφάει τούτη τη δύναμή του.
Υπάρχει η δοξασία, πως καθώς ερχότανε στην Ελλάδα ο Άγιος Διονύσιος, ο συνονόματος του Θεού Διονύσου των αρχαίων Ελλήνων, βρήκε στο δρόμο του ένα μικρό κλήμα και το πήρε μαζί του. Το έβαλε πρώτα στο κόκαλο ενός πουλιού, ύστερα μόλις αυτό μεγάλωσε λίγο, το έβαλε στο κόκαλο ενός λιονταριού και τελικά το έβαλε στο κόκαλο ενός γαϊδάρου. Όταν το κλήμα μεγάλωσε, από τα σταφύλια του ο Άγιος έφτιαξε το πρώτο κρασί και όταν το ήπιε, τραγούδησε σαν πουλί, όταν ήπιε πιο πολύ έγινε δυνατός σαν λιοντάρι κι όταν ήπιε ακόμα περισσότερο συμπεριφέρθηκε σαν γάιδαρος. Κι από τότε πάντα το κρασί έχει αυτή την τριπλή ιδιότητα και κάνει πάντα αυτή την τριπλή δουλειά.

Στην ταβέρνα του Δημ. Μοσχογιάννη στο Στενό. Από αριστερά: Νίκος Παπαζαφειρόπουλος(Νταβάς), στη μέση ο Σοφικίτης και με την κίτρινη μπλούζα ο Ρούτας. Από την ιστοσελίδα «Ποριώτες μιας άλλης εποχής».

Στην ταβέρνα του Δημ. Μοσχογιάννη στο Στενό. Από αριστερά: Νίκος Παπαζαφειρόπουλος(Νταβάς), στη μέση ο Σοφικίτης και με την κίτρινη μπλούζα ο Ρούτας. Από την ιστοσελίδα «Ποριώτες μιας άλλης εποχής».

Ο Άγιος Διονύσιος, σαν διάδοχος και συνο-νόματος του αρχαίου θεού του κρασιού του Διονύσου, θεωρείται πως ήταν ο άγιος του κρασιού στον Χριστιανισμό. Όμως στους σημερινούς Έλληνες ο Άγιος Δημήτριος πήρε τη θέση της συνονόματής του αρχαίας θεάς Δήμητρας, που ήταν προστάτιδα της Γεωργίας και είναι αυτός ο πιο αποδεκτός άγιος του κρασιού. Ανήμερα, στη γιορτή του, τέλη Οκτωβρίου, οι ταβερνιάρηδες άνοιγαν τα νέα κρασιά, που βράζανε ακόμα και γλύκιζαν από τη ζύμωση του μούστου και κερνάγανε απλόχερα όλους τους θαμώνες.
Στον Πόρο όμως και στα γύρω χωριά σαν άγιο του κρασιού έχουν τον Άγιο Γεώργιο. Υπήρχε η παράδοση, πως μια φορά, ανήμερα στη γιορτή του, μια πηγή κοντά στη εκκλησία του στον Πόρο έβγαλε κρασί κι όλοι οι καλοί χριστιανοί ήπιαν απ’ αυτό.

Δεξιά, εκεί που άρχιζαν τα σκαλάκια για τον Αϊ Γιώργη, υπήρχε η περίφημη ταβέρνα της «Μουγκής», που είχε χρόνου γύρισμα  καλά κρασιά. Πιο πάνω στο ίδιο στενό, στο δεξί πάντα μέρος βρισκόταν η ταβέρνα του Βαγγέλη Βεσσαλά που μετά πήρε ο Βαγγέλης Χαλιώτης (Κάβουρας).

Δεξιά, εκεί που άρχιζαν τα σκαλάκια για τον Αϊ Γιώργη, υπήρχε η περίφημη ταβέρνα της «Μουγκής», που είχε χρόνου γύρισμα καλά κρασιά. Πιο πάνω στο ίδιο στενό, στο δεξί πάντα μέρος βρισκόταν η ταβέρνα του Βαγγέλη Βεσσαλά που μετά πήρε ο Βαγγέλης Χαλιώτης (Κάβουρας).

Μέχρι και τον καθαρισμό του νερού, πιστεύανε πως μπορούσε να κάνει το κρασί. Συγκεκριμένα, είχαν ανακαλύψει, ότι, αν αναμείξεις ένας μέρος κρασιού με εννιά μέρη νερού, ύστερα από τέσσερες ώρες το πίνεις και εγγυημένα δεν σε πιάνει δυσεντερία, τύφος, χολέρα κι άλλες μολυσματικές αρρώστιες.

Οι παλιές ταβέρνες και τα οινοπαντοπωλεία που πουλούσαν κρασί σε παρέες με τα κατοστάρια και τις μισοκάδες, εκτός από το «Στενό», απλώνονταν σε όλο τον παραλιακό δρόμο από την Πούντα μέχρι τα Σχολεία. Μερικές κάπως πιο σκόρπιες υπήρχαν και στο δρόμο με τα σκαλάκια, από την Καμάρα ως τον Άγιο Γεώργιο κι από κει στον ίσιο δρόμο που σε βγάζει στη Ρουκουτίμα.

Πριν μπει κανείς στο «διεθνές» σοκάκι με τις πολλές ταβέρνες, στο αριστερό μέρος, έβρισκε πρώτα την ταβέρνα του Δαμιανού Στρατηγού, που την πρωτάνοιξε ο μπάρμπα Γιώργος Στρατηγός, φερμένος από το Τσιρίγο το 1914. Στο δεξί μέρος υπήρχε η ταβέρνα του Κασακλίδη, που μετά πήρε ο Μανώλης Κουλούρης, την παρέδωσε στον Μποζαρέλο, που την έκανε φαγάδικο κι αυτός με την σειρά του την έδωσε στον Τάσο Μαρόκο. Τελευταία τη λειτούργησε ο Μπίσιας σαν εστιατόριο και σήμερα εκεί στεγάζεται η τράπεζα της «ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ».Ονομαστό παλιό καφενείο στην «Κολόνα», ήτανε και αυτό του Σάββα.

Μετά τη δουλειά στα λάδια στη δεκαετία του 50 έξω από το   μπακάλικο του Σπύρτζη, που ήτανε δίπλα στον κινηματογράφο. Από αριστερά Δημ. Βίκος, Κυριάκος Βέττας και Σπύρος Παγώνης.

Μετά τη δουλειά στα λάδια στη δεκαετία του 50 έξω από το μπακάλικο του Σπύρτζη, που ήτανε δίπλα στον κινηματογράφο. Από αριστερά Δημ. Βίκος, Κυριάκος Βέττας και Σπύρος Παγώνης.

Ακριβώς στο έμπα του στενού από τη μεριά της «Κολόνας», στην αριστερή μεριά ήτανε το μαγέρικο «ΑΛΑΣΚΑ» του Σουλιώτη, που μετά έγινε εστιατόριο «Τα εφτά αδέρφια».
Μέσα στο στενό και ακριβώς μετά την αγορά, στο δεξί μέρος ήτανε το καφενεδάκι του Αρτόπουλου και η ταβέρνα του Γιώργη Παλυβού, που παλιά ήταν του Πασπάτη. Στην συνέχεια την πήρε ο Δήμος ο Μαγκλάρας, αργότερα την ανάλαβε ο Παντελής Τζώτης κι αυτός με τη σειρά του την παρέδωσε στο Μήτσο Μοσχογιάννη, που την λειτούργησε πολύ πετυχημένα σαν μεσημεριάτικο μαγέρικο μαγέρικο. Σαν τέτοιο λειτουργεί ακόμα και σήμερα. Αμέσως μετά, αφού μεσολαβούσε το στενό σοκάκι, βρισκόταν το πατσατζίδικο του Σουλιώτη (Πατσιατζή).

Στέλιος Κληροδοτάκος, Κική Κληροδοτάκου και Γιώργος Κληροδοτάκος, μπροστά στην πόρτα της ονομαστής ταβέρνας. Αυτή η ταβέρνα, μαζί με την διπλανή της του Σωτήρη Κερρά, ήτανε αυτές που δώ- σανε ιδιαίτερο χρώμα στην Πούντα και υπήρξανε τα πρώτα χοροδιδασκαλεία του χασάπικου και του χασαποσέρβικου στον Πόρο.

Στέλιος Κληροδοτάκος, Κική Κληροδοτάκου και Γιώργος Κληροδοτάκος, μπροστά στην πόρτα της ονομαστής ταβέρνας. Αυτή η ταβέρνα, μαζί με την διπλανή της του Σωτήρη Κερρά, ήτανε αυτές που δώ- σανε ιδιαίτερο χρώμα στην Πούντα και υπήρξανε τα πρώτα χοροδιδασκαλεία του χασάπικου και του χασαποσέρβικου στον Πόρο.

Στο αριστερό τώρα μέρος του στενού, απέναντι από την αγορά, μετά τους φούρνους του Κατιτζάρη κι Ασημομύτη, στο κτίριο του Κουμπή, λειτούργησε κατά καιρούς το ισόγειο και σαν ταβέρνα. Στην συνέχεια ήταν η ταβέρνα του Γιώργη Μέλλου (Άπλυτου) και δίπλα ακριβώς η πολύ παλιά ταβέρνα του Κωστό-πουλου, που μετά πήρε ο Παντελής Κουλούρης. Στη συνέχεια παλιά υπήρχαν οι ταβέρνες του Τσούρη, που μετά πήρε ο Σέγκος και μετά ο Συγγενής και κατόπιν η ταβέρνα του Φορτούνα. Κατόπιν ακολουθούσαν τα κουρεία των αδελφών Αντωνίου και αμέσως μετά το κατάστημα του Παύλου. Εκεί που τελειώνει η πλατεία υπήρχανε οι μπακαλοταβέρνες του Γ. Σούχλα και μετά του Κ. Βαρβέρη.

Σωτήρης Κερράς με Στέλιο Κλάψη και τον Τασέα πιτσιρικά. Ο Σωτήρης είχε την ονομαστή ταβέρνα στην Πούντα, δίπλα σ’ αυτήν του Κληροδοτάκου.(Ιστ. Ποριώτες μιας άλλης εποχής).

Σωτήρης Κερράς με Στέλιο Κλάψη και τον Τάσο Ζωγράφο (Τασέα) πιτσιρικά. Ο Σωτήρης είχε την ονομαστή ταβέρνα στην Πούντα, δίπλα σ’ αυτήν του Κληροδοτάκου.(Ιστ. Ποριώτες μιας άλλης εποχής).

Στην παραλία τώρα, δίπλα στο καφενείο του Καραγιάννη ήταν η ταβέρνα του Καπακλή. Προς την πλευρά της Πούντας ήταν η ταβέρνα του Περιβολιώτη και δίπλα στο λαδάδικο του Βαγγέλη του Μέλλου η ταβέρνα του Μπαλούρδου. Πιο πέρα η ταβέρνα του Σαραντόπουλου (Τσαουλιά), εκεί που αργότερα έγινε το φαγάδικο του Σπύρου του Παχή. Λίγο πιο πέρα ήταν η μεγάλη ταβέρνα του Καραμάνου, που μετά πήραν οι Λαπαίοι.
Η Πούντα είχε από παλιά παράδοση στα ταβερνάκια και στους καφενέδες και το κρασί είχε πάντα την τιμητική του σε αυτή την περιοχή. Στην Πούντα είχαμε τη δεκαετία του ’50, το παραδοσιακό οινοποιείο του Νόση, που έπλενε κάθε καλοκαίρι τα βαρέλια του σε όλη την παραλία. Εκεί στην Πούντα είχαμε παλιά τις ταβέρνες του Χοντροβασίλη και του Κολιάρδα (εκεί που βρίσκεται σήμερα το μπαρ «Εκάτη»). Πολύ παλιό και ονομαστό μαγαζί ήταν κι αυτό του Κληροδοτάκου, που λειτουργούσε προ-πολεμικά από το 1928 σαν καφενές κι ονομαζόταν ο καφενές του «Μουσούρη». Εκεί, έπιναν κρασί στο «καρτούτσο» και τη μισοκά οι παλιοί Πουντιώτες τρώγοντας τη σαρδέλα «γλειφτή» για να φτάσει για όλους.

Ταβέρνα Κληροδοτάκου. Από αριστερά Βαγγέλης Τζιώτης (κουρέας), με Γεωργέλη Χοντρονικόλα, Λουκάς Κληροδοτάκο, και Γιάννη Νάκη (Λαλάτας) (Από ιστ. Ποριώτες μιας άλλης εποχής)

Ταβέρνα Κληροδοτάκου. Από αριστερά Βαγγέλης Τζιώτης (κουρέας), με Γεωργέλη Χοντρονικόλα, Λουκάς Κληροδοτάκο, και Γιάννη Νάκη (Λαλάτας) (Από ιστ. Ποριώτες μιας άλλης εποχής)

Άλλες ονομαστές ταβέρνες στην Πούντα ήτανε του Καραθάνου και του Σωτήρη του Κερρά, που την άνοιξε το1957 στο παλιό σιδεράδικο του πατέρα του μπάρμπα-Νικόλα Κερρά. Επίσης πολύ καλή ταβέρνα ήτανε παλιά στην Πούντα και αυτή του Τσοβού και του Βέττα (Μακά).
Ξεκινώντας τώρα από την «Καμάρα» κι ανεβαί-νοντας τον πλακόστρωτο δρόμο με τα σκαλάκια μέχρι την πλατεία Αγίου Γεωργίου υπήρχε η ταβέρνα της Μουγκής, πιο πάνω λίγο η ταβέρνα του Βαγγέλη Βεσσαλά, που μετά πήρε ο Βαγγέλης Χαλιώτης (Κάβουρας) και ακριβώς στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου, οι ταβέρνες του Κολιάρδα και Νίκου Σέγκου, που άνοιξε το 1932.

Στην αυλή της παλιάς ταβέρνας του Τάσου Δρούγκα. Με το καλό κρασί και τους νόστιμους μεζέδες που έφτιαχνε η γυναίκα του, η κυρά Βάσω. Από αριστερά: Τάσος Δρούγκας (το Σκυλί), Δημ. Δρούδες (Μακαρουνάς), Γιάννης Κοκκίνης(Λούτσας) και Γιάννης Μπιτούνης(Ψαχούλιας). (Από την ιστ. Ποριώτες μιας άλλης εποχής»

Στην αυλή της παλιάς ταβέρνας του Τάσου Δρούγκα. Με το καλό κρασί και τους νόστιμους μεζέδες που έφτιαχνε η γυναίκα του, η κυρά Βάσω. Από αριστερά: Τάσος Δρούγκας (το Σκυλί), Δημ. Δρούδες (Μακαρουνάς), Γιάννης Κοκκίνης(Λούτσας) και Γιάννης Μπιτούνης(Ψαχούλιας). (Από την ιστ. Ποριώτες μιας άλλης εποχής»

Στην ίδια πλατεία υπήρχαν ακόμα το καφενείο του Βασίλη Καταβολάδα, που παλιά ήταν η μπακαλοταβέρνα του Σπύρου Φάρσα και δίπλα ακριβώς το τσαγκάρικο του Β. Πασχάλη. Επίσης υπήρχε το μπακάλικο του Λ. Κακαβέλου και το ραφτάδικο του Αρτόπουλου.
Άλλα μαγαζιά στο δρόμο με τα σκαλάκια προς την πλατεία του Αγίου Γεωργίου ήταν του Β. Καλού, Ιωαννίδη, Μεν. Ξάνθη, Λεμονίδη, το ραφτάδικο του Δημητριάδη και το μεγάλο εμπορικό κατάστημα του Δημ. Γρίβα.
Στο δρόμο τώρα που ακολουθούσε από την πλατεία Αγίου Γεωργίου προς την Ρουκουτίμα συναντούσαμε το τσαγκαράδικο του Στ. Γάτσινου, τα κουρεία των Αριστείδη Τριανταφύλλου και Κων. Δρακόπουλου τις μπακαλοταβέρνες του Ευσταθίου (Γκάτση), που μετά πήρε ο Τάσος Δρούγκας κι άνοιξε την πολύ καλή ταβέρνα και μάζευε όλους τους εραστές της κάνουλας, λίγο πιο πέρα ήταν η ταβέρνα του Μεν. Ξάνθη, που παλιά είχε ο Δημ. Σχοινάς και αρκετά πιο πέρα του Ζαγοραίου.

Από το Πειραιόραμα

Από το Πειραιόραμα

Επίσης λίγο πιο πέρα τα τσαγκαράδικα του Κώστα Καϊάφα και το διπλανό του αδερφού του Γ. Καϊάφα, το μανάβικο του Ν. Πάνου (Σαπουνά), τη σημερινή όμορφη ταβέρνα του Δ. Πάνου κι αμέσως μετά το εμπορικό της κυρά Καλλιόπης του Καλαματιανού και λίγο πιο πέρα το τσαγκαράδικο του Βαρκιτζή.
Στη Μπρίνια λειτουργούσε η παλιά ταβέρνα του Φουρνιώτη, που μετά πήρε ο Σταμάτης Τρασάνης και την έδωσε προίκα στο γαμπρό του Σπύρο Βεσσαλά, που την λειτούργησε σαν οινοπαντοπωλείο. Ονομαστή επίσης μπακαλοταβέρνα στη Μπρίνια ήταν και αυτή του Γ. Σχοινά και λίγο παρακάτω, ακριβώς πάνω από το Α΄ Δημοτικό Σχολείο η μπακαλοταβέρνα του Μ. Μουτζουβή που λειτουργούσε μαζί με φούρνο. Δίπλα στο γήπεδο, κάτω από τον Άγιο Στέφανο λειτούργησε για πολλά χρόνια και η ταβέρνα του Γιώργου Αναγνωστόπουλου.
Στο Συνοικισμό υπήρχε η ταβέρνα του Νίκου Δρούγκα και ακριβώς απέναντι το καφεοινοπωλείο του Βαγγέλη Αθανασίου (Δαμαλίτη), ενώ λίγο πιο πάνω ήταν η μπακαλοταβέρνα του πρόσφυγα Περικλή Νικολόπουλου, που πιο πολύ τη δούλευε η μητέρα του η γερόντισσα κυρά Χαρίκλεια.

Ταβέρνα Κληροδοτάκου Πρώτος στον χορό από αριστερά Λουκάς Κληροδοτάκος. (Αρχείο Γιώργου Κληροδοτάκου).

Ταβέρνα Κληροδοτάκου Πρώτος στον χορό από αριστερά Λουκάς Κληροδοτάκος. (Αρχείο Γιώργου Κληροδοτάκου).

Στον Ασπρόγατο λειτουργούσαν τα εξοχικά κέντρα του Σερέτη και του Καΐκα, ενώ στο Νεώριο τα εστιατόρια του Β. Μουρτζούκου, του Αργύρη Καΐκα και του Τουρλακάκη, στο ισόγειο του ξενοδοχείου του «Άγκυρα».

Οι ταβέρνες εκείνα τα χρόνια, τα βράδια, αλλά και τα μεσημέρια ήταν γεμάτες από κόσμο και γινότανε πολλή φασαρία. Οι άντρες σουλατσάριζαν στην παραλία αργά, δυο-δυο, τρεις-τρεις και οι πιο πολλοί σκεφτικοί με τα χέρια σταυρωμένα πισω-κάπουλα και μετά καταλήγανε στις ταβέρνες. Όλοι τους ήταν κουβαρντάδες και κέρναγαν εύκολα κρασί.

Από μακριά σε βάραγε στη μύτη η τσίκνα από τα μαγέρικα της αγοράς, που γέμιζαν κρασίλα τον αέρα. Πέρα από τους μπεκρομεζέδες, που ήταν η ρέγκα, η λακέρδα, οι σαρδέλες, οι ελιές και η φετούλα, όλοι οι ταβερνιάρηδες τηγάνιζαν μαρίδες, συκωτάκια, μπακαλιάρο κι αμελέτητα που έπαιρνα από τα διπλανά χασάπικα. Στα μαυροτήγανά τους που έβαζαν πάνω στη
φωτιά από ξύλα και κάρβουνα, ντανιάζανε τις μαρίδες και το ξαρμυρισμένο χυλωμένο μπακαλιάρο με μπόλικο Ποριώτικο λάδι και από τις μπουρμπουλήθρες που έσκαγαν, άχνιζαν στ5ον αέρα και ξεμπούκαραν γαργαλιάρες τραβώντας τον κόσμο, όπως το φως της λάμπας τραβάει τα έντομα.

Το στενό με τις ταβέρνες, όπως είναι σήμερα. Έχει μείνει πια μόνο ένα εστιατόριο-ταβέρνα. (το παλιό του Μοσχογιάννη), που φαίνονται τα τραπέζια του στην φωτογραφία.

Το στενό με τις ταβέρνες, όπως είναι σήμερα. Έχει μείνει πια μόνο ένα εστιατόριο-ταβέρνα. (το παλιό του Μοσχογιάννη), που φαίνονται τα τραπέζια του στην φωτογραφία.

Άμα πέρναγες βραδάκι έξω από τα μαγαζιά αυτά, έπαιζαν τα ρουθούνια σου, σαν ζητημένης φοράδας και ρουφούσαν το άρωμα που γιόμιζε τον αγέρα από τα ξεθυμάσματα της κάνουλας και τα τηγανίσματα της μαρίδας ή του μπακαλιάρου, που ξεμπούκαραν από τις μισάνοιχτες πόρτες και τα κακοαρμοσμένα με κοντομύρια παράθυρα. Σε γαργάλαγαν ένα μίλι μακριά.
Κρασιά είχαν πάντα διαμάντια στον Πόρο, σχεδόν όλα φουσαΐτικα, φυλαγμένα σε μεγάλα κρασοβάρελα, που ήταν αραδιασμένα σε ολόκληρο τον φάτσα με την πόρτα τοίχο και στα υπόγεια.

Γιώργος και Χρυσούλα Καΐκα μπροστά στο εξοχικό κέντρο «Ασπρόγατος» (Αρχείο Ανδρέα Καΐκα)

Γιώργος και Χρυσούλα Καΐκα μπροστά στο εξοχικό κέντρο «Ασπρόγατος» (Αρχείο Ανδρέα Καΐκα)

Χρόνου γύρισμα οι ταβέρνες ήταν φίσκα κόσμο κι έτρεχαν συρμοί οι κάνουλες και χαπιάρανε με αφρισμένη ρετσίνα μέχρι τα μπούνια τα κανελιά τσίγκινα καρτούτσα και τις μισοκάδες Χαμός γινότανε όταν ο ταβερνιάρης πρόσφατα είχε ανοίξει ένα βαρέλι και το κρασί ήταν γιοματάρι.
Από νωρίς γιουργάρανε μέσα στις ταβέρνες μεροκαματιάρηδες, τσομπάνηδες, βαρκάρηδες, χαμά-ληδες, τρατάρηδες, γαϋδουρολάτες, τσαμπάσηδες, μικροέμποροι, ρετσινάδες, ροδομάγουλοι χωρικοί και καταστηματάρχες, φουκαράδες και πολυφαμελίτες που δεν απαρνιόντουσαν το κρασί ούτε αποθαμένοι. Άφηναν ευχή και κατάρα με κρασί να τους πλύνουν όταν θα πήγαιναν για το στερνό ταξίδι. Για νερό τσιμουδιά. «Όποιος πίνει νερό, κάνει ψείρες», λέγανε. Δεν έβαζαν λοιπόν νερό ούτε γι’ αστείο στο στόμα τους άμα πήγαιναν στην ταβέρνα. Τι να κάνουμε; ο αέρας φυσάει, οι κότες κάνουν αβγά, οι σκύλοι γαβγίζουν και οι Ποριώτες πίνουνε κρασί.
Τα βράδια μέσα στις ταβέρνες γινόταν μεγάλη χαχλαονία. Όλοι κουβέντιαζαν δυνατά όλο ζωηράδα και η μιλιά τους έτρεχε με τον ίδιο τόνο και ρυθμό και καθώς μίλαγαν, φώναζαν και χειρονομούσαν όλοι το ίδιο απότομα σα να μάλωναν.

Μάνθος Αντωνίου κα Δημ. Λεμπέσης (Φασουλής) στην     ταβέρνα.(Ιστοσελίδα Έλληνες μιας άλλης εποχής».

Μάνθος Αντωνίου κα Δημ. Λεμπέσης (Φασουλής) στην ταβέρνα.(Ιστοσελίδα Έλληνες μιας άλλης εποχής».

Άλλες φορές φωνασκούσαν με χειρονομίες κι άλλες φορές γελάγανε και τσούγκριζαν με δύναμη τα ποτήρια τους. Μπέρδευαν τ’ αρβανίτικα με τα ελληνικά και τα βλάχικα, έτσι που αν κάποιος έμπαινε τυχαία στην ταβέρνα δεν θα μπορούσε να καταλάβει τι διάολο λέγανε όλοι αυτοί.
Όμως στην ταβέρνα υπήρχαν τότε όροι και κανονισμοί που κανένας δεν τολμούσε να τους παραβεί. Όταν ήταν στο μαγαζί ο γιος κι έμπαινε ο πατέρας δεν καθότανε να πιει μαζί τους κρασί. Έφευγε και πήγαινε σε άλλη ταβέρνα. Το ίδιο έκανε κι ο γιος όταν έμπαινε στην ταβέρνα κι έβρισκε εκεί τον πατέρα. Δεν κάνει, λέγανε, ο πατέρας και γιος να πίνουνε κρασί μαζί στην ταβέρνα.

Στην ταβέρνα της Μουγκής(Αρχείο Δ. Ιωαννίδη)

Στην ταβέρνα της Μουγκής(Αρχείο Δ. Ιωαννίδη)

Το κρασί στο ποτήρι δεν έπρεπε ποτέ να φτάνει πάνω από τη μέση. Ίσα που να σκεπάζει τις δακτυλήθρες του κρασοπότηρου. Πολλοί παρα-ξηγιόνταν άμα τους γέμιζες μέχρι πάνω το ποτήρι. Όλοι μαζί σήκωναν τα ποτήρια, τα τσούγκριζαν, έλεγαν «στην υγειά μας» και μετά άρχιζαν να πίνουν το κεχριμπάρι. Με το τσούγκρισμα απολαμβάνει κανείς
καλύτερα ηχητικά το κρασί του. Έτσι το ένοιωθαν τότε. Έπρεπε να το απολαύσουν με όλες τους τις αισθήσεις. Γευστικά, ηχητικά και με τη μυρουδιά του. Με τον τρόπο αυτό νοιώθανε όλοι πιο φιλικά αναμεταξύ τους κι έδιναν μια αμεσότητα κι εγκαρδιότητα στη σχέση τους, τσουγκρίζοντας τα ποτήρια και πίνοντας παρέα το κρασί τους.

Στου Μουρτζούκου

Στου Μουρτζούκου

Άλλη μια συνήθεια που επικρατούσε τότε ήταν αυτή που έπρεπε το κρασί ν’ αρχίζουμε να το μοιράζουμε και να κερνάμε πάντα από αριστερά προς τα δεξιά, τηρώντας με ευλάβεια τη ίδια σειρά. Αν χυνόταν λίγο πάνω στο τραπέζι, άκουγες να φωνάζουν «γούρι, γούρι». Κι όταν έπρεπε να ορκιστεί κανείς στην αλήθεια του λόγου σου, έχυνε λίγο κρασί από το ποτήρι του στο πάτωμα. «Να μη χαρώ τη ζωή μου έλεγε». Αυτή η συνήθεια ή το έθιμο αν θέλεις να το πεις έτσι, προέρχεται από την αρχαιότητα και έχει φτάσει μέχρι και στις μέρες μας. Συχνά βλέπει κανείς στις ταβέρνες και σήμερα, όταν θέλει να ορκιστεί, να χύνει με σεβασμό και σοβαρότητα λίγο κρασί από το ποτήρι του στο χώμα.
Η ζωή στις ταβέρνες του παλιού Πόρου είναι μια πραγματικά ονειρική εικόνα του παρελθόντος, που μας γυρίζει πίσω στις εποχές της φτωχικής καθημερινότητας, του φιλότιμου και της καλής καρδιάς των Ποριωτών.-

Πηγή φωτογραφιών: Ποριώτες μια άλλης εποχής




Comments (6)

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. Ιωάννης Πουλάκης says:

    Ευχαριστώ τον Μπάμπη Κανατσίδη για την επιμέλεια του κειμένου.

  2. sferos says:

    Και την σελίδα (ποριώτες μιας άλλης εποχής) για της φωτογραφίες !!! Γιάννη

  3. ΘΑΛΕΙΑ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ says:

    Πολύ καλή δουλειά. Αγαπητέ φίλε Γιάννη Πουλάκη, η ανδρομή
    στο παρελθόν με άφησε γεμάτη νοσταλγία. Μπράβο σου γράφεις ιστορία με γνώση και συνέπεια.Όσο για τις φωτογραφίες είναι πάρα πολύ χαρακτηριστικές.Αχνά θυμάμαι κάποια πρόσωπα,όπως επίσης,διάβασα και λέξεις που είχα να ακούσω χρόνια.
    Να είσαι πάντα καλά και να συνεχίζεις δημιουργικά και ωραία.

  4. Εξαιρετική δουλειά του Γιάννη Πουλάκη (και με την επιμέλεια του Μπάμπη Κανατσίδη) που μας προσέφερε μια ονειρική αναδρομή σε μια ιδιαίτερη εποχή, με πραγματικούς ανθρώπους και δύσκολη αλλά “ζωντανή” καθημερινότητα.
    Συγκινήθηκα που είδα τον αγαπημένο μου Παππού, Κυριάκο Βέττα (Καπετάν Φουρτούνα) και άλλους αναγνωρίσιμους Ποριώτες στις υπέροχες φωτογραφίες.
    Πολλά συγχαρητήρια αξίζουν και στους ανθρώπους του ιστότοπου “Ποριώτες μιας άλλης Εποχής” που συγκεντρώνουν εκπληκτικές φωτογραφίες από την ιστορία του νησιού μας.

  5. ΣΙΣΜΑΝΗΣ ΠΕΤΡΟΣ says:

    AN KAΙ ΠΡΟΛΑΒΑ ΛΙΓΑ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ΠΟΤΕ ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΠΟΡΟΥ ΠΟΥΘΑΘΕΛΑ ΝΑ ΕΧΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ.ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΡΦΟΥ ΤΗΣ ΤΑΒΕΡΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΤΡΟΤΣΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΕΖΕ ΤΗΝ ΑΓΝΟΤΗΤΑ ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΠΟΥ ΠΡΟΛΑΒΑ ΣΑΝ ΠΑΙΔΑΚΙ ΚΑΙ ΕΓΩ ΤΟ 73 ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΩ ΚΑΙ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟ ΝΗΣΙ ΜΠΡΑΒΟ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ.

  6. Μαργαριτα Μπουρλα says:

    Αφιέρωμα συγκινητικό και αληθινό!ειμαι η κορη του εικονιζομένου στις δυο τελευταίες φωτογραφίες,του Μιχάλη Μπουρλα.Ολα όσα γράφονται εδω,πράγματι τα έζησα με τον πατέρα μου.Η ταβέρνα,το μισοκιλο,το γλέντι,το τραγούδι….τελικα ο Πορος,ηταν η ζωή μας!Τα ζούσαμε ολα αυτα έντονα και περιμέναμε να κατεβουμε στο νησί για να γλεντήσουμε με τους φίλους μας!Τα χρονια αυτα δεν πρόκειται να ξανά έρθουν!Ωστοσο, ο πορος του τότε και του τωρα με τις οποίες εναλλαγές του ειναι στις καρδιές μας και τον ευχαριστουμε που ειμαστε παιδια του!!!

Σχολιάστε