Τι γύρευες γειτόνισσα;


H Αλεξάντρα της Μπρίνιας στην αυλή του σπιτιού της

H Αλεξάντρα της Μπρίνιας στην αυλή του σπιτιού της

Χρονογράφημα του Γιάννη Πουλάκη –

Εκείνη τη χρονιά το καλοκαίρι μπήκε με τα ντουζένια του. Ο Θεριστής με το φυσερό του σκόρπαγε χόβολη πατόκορφα στα πλάσματα του Θεού, γεννήματα, ζωντανά κι ανθρώπους.

Η πλάση όλη πύρωνε σαν καμίνι που ‘καιγε πάνω στο φόρτε του και η κάψα σου ‘καιγε τα σωθικά. Ο ήλιος βάραγε τον βράχο της Μπρίνιας από το Μύλο μέχρι κάτω χαμηλά στη θάλασσα και όπως δεν υπήρχε δέντρο ν’ αποσκιάσει λίγο τις καυτερές ακτίνες, όλος ο τόπος ήταν σα να τον είχες βάλει πάνω σε θράκα. Ο ήλιος περόνιαζε, τρύπαγε την πέτρα. Άμα αρμένιζες τα σοκάκια του Πόρου ξεκαπέλωτος σε βάραγε κατακούτελα κι έβγαζες την κόρυζα που λένε.

Ήτανε καλοκαίρι του 1960. Το νερό λιγοστό στο νησί. Ο νερουλάς ο Γιώργης ο Γκίνης, άφηνε στις βρύσες ο αφιλότιμος μόνο δυο-τρεις ώρες το πρωί      να τρέχει το νερό. Οι νοικοκυράδες έτρεχαν μπαϊλντισμένες στις βρύσες της γειτονιάς τους κι έβαζαν τις στάμνες, τους τενεκέδες και τα κανάτια τους για να πάρουν σειρά και περίμεναν με τις ώρες να γιομίσουν τις στάμνες και του τενεκέδες τους και να μπορέσουν να μαζώξουν τρεις-τέσσερις ντέστες νερό για να τα φέρουν βόλτα με την λάτρα του σπιτιού τους για ολόκληρη τη μέρα.

Έτσι έβλεπες τις γυναίκες που πηγαινοέρχονταν στη βρύση, τα μικρά παιδιά να παίζουν σβούρες ή βολάκια στο δρόμο και κοπάνια και τρουμπάμπιζα στην Ρουκουτίμα.

Οι βρύσες τότε στη Μπρίνια ήταν λιγοστές. Μια υπήρχε κολλημένη στο σπίτι της Ρούσαινας, μια  στη  μάντρα της Κυρά-Μαρίνας τη Βατηκιώταινας, μια στο  σπίτι της κυρά Βακός της Μπαγιάταινας  και  μια  πέρα  κατά  του  Σχινά.

IMGP4352

Παλιές γυναίκες της Μπρίνιας μετά το πρωινό κουβάλημα του νερού από τη βρύση. Διακρίνονται από αριστερά. Η κυρά Ματένια Κιμιγκέλη, η κόρη της Μαρία (μοδίστρα), η Δέσποινα Παπακυριακού με τη στάμνα στην πλάτη, ακολουθεί η Αλεξάντρα Λούζη (η περίφημη Αλεξάντρα της Μπρίνιας), μετά η κυρά Βασιλική Γκίνη και στην άκρη δεξιά η κυρά Ελένη Τζάνου, η γυναίκα του μάστρο Γιώργη. Προσφορά του Κ. Τζάνου (Βότσαλου) στο αρχείο του Γιάννη Πουλάκη)

Εκεί λοιπόν στις βρύσες, το γυναικομάνι της γειτονιάς μαζευόταν τα πρωινά κι έπαιρνε κι έδινε το παρλαμέντο, το ξόμπλιασμα και το κουτσομπολιό. Δεν άφηναν άνθρωπο που να μη βγάλουν στη φόρα τα σχολιανά του. Άνοιγαν τα κιτάπια τους και ότι επίκαιρο γινόταν σ’ όλο το νησί το περνούσαν από ψιλή κρησάρα και το ‘πλαθαν τερατώδικο, εξογκωμένο κι ενδιαφέρον για την αχόρταγη και διψασμένη για νέα κλειστή κοινωνία αυτής της εποχής. Περνούσαν γενεές δεκατέσσερις όποιον έπεφτε στη γλώσσα τους και αλίμονο στη χριστιανή που ακουγόταν τίποτα σε βάρος της. Άμα τύχαινε και περνούσες από κει κι είχες κανένα κουσούρι, ούτε ψύλλος στο κόρφο σου. Το καλό λίγο συζητιόταν. Τα κακά, τα λειψά και τ’ ανάποδα καυτά-καυτά τα τραβούσαν κορδέλα.

1959 στην Κάνταλη. Από αριστερά Βαγγέλης Πουλάκης, Γεωργία Πουλάκη, Αλεξάντρα Λούζη, Γιώργος Πουλάκης Γιάννης Πουλάκης και η γιαγιά Αγγελική. Πάντα την πειράζαμε και πάντα δεχόταν το πείραγμα αντιδρώντας με αισχρόλογα, που κανείς όμως δεν παραξηγιόταν.

1959 στην Κάνταλη. Από αριστερά Βαγγέλης Πουλάκης, Γεωργία Πουλάκη, Αλεξάντρα Λούζη, Γιώργος Πουλάκης Γιάννης Πουλάκης και η γιαγιά Αγγελική. Πάντα την πειράζαμε και πάντα δεχόταν το πείραγμα αντιδρώντας με αισχρόλογα, που κανείς όμως δεν παραξηγιόταν.

Η θειά Αλεξάντρα που έμενε μόνη της στη Μπρίνια.  Ήταν ήμερος, άκακος άνθρωπος, αλλά και αθυρόστομη, χωρατατζού και μεγάλο πειραχτήρι.

Το σπιτάκι της σκαρφαλωμένο στην πλαγιά της Μπρίνιας, ζερβά στο μονοπάτι που οδηγεί από το εκκλησάκι του Αϊ-Δημήτρη στο Μύλο. Λίγο πάνω από το σπίτι της Κυρά Βαγγελιώς της Φάρσαινας. Φτωχικό σπιτάκι, που όμως μύριζε από πάστρα και καθαριότητα. Θεοσεβούμενη γυναίκα, φιλότιμη και καλόκαρδη η συχωρεμένη, γι’ αυτό ήταν και πολύ αγαπητή στους Ποριώτες.

Πάντα όποιος και να διάβαινε το κατώφλι της θα τον  τράτερνε  καφέ  και  μαστίχα. Ποτέ  αυτά  τα  δύο  δεν  της έλειπαν από το σπίτι της. Ψωμί μπορεί να μην είχε,  όμως καφέ, μαστίχα και ξύλα για το τζάκι της πάντα υπήρχαν στο φτωχικό της.

Πρωί-πρωί λοιπόν η Αλεξάντρα αριβάρισε την ημέρα εκείνη του καλοκαιριού στη βρύση πρώτη-πρώτη κι έβαλε τα τενεκέδια και τις στάμνες της να παίρνουν σειρά. Σε λίγο να και η Κυρά-Βασιλική η Γκίναινα, η Κυρά-Βαγγελιώ η Φάρσαινα, η Γκουβάτσαινα, η Νίτσα, η Κάκια, η Παπακυριακού και σιγά-σιγά μαζεύτηκε όλο το γυναικομάνι  της  γειτονιάς για να πάρουν  μια  στάλα νερό και να μην κορακιάσουν οι φαμίλιες τους με τέτοια κάψα που έκανε.

Μόλις έσμιξαν οι γειτόνισσες άρχισε το παρλαμέντο. Τέτοιο καμίνι, άλλο πράμα είναι σήμερα, κάηκα, ξέκαμα, έλεγε η μία. Και εγώ στέγνωσα, έλεγε η άλλη. Που να φτάσει το νερό, καήκαμε. Εγώ  λέει  η Αλεξάντρα  το   βράδυ  θα  στρώσω  να κοιμηθώ  όξω  στην   αυλή.  Μέσα   το   σπίτι   είναι   φωτιά και λάβρα. Από  πάνω μένουν οι Μακρήδες, δίπλα είναι οι Μπαγιάταινες, τι να φοβηθώ. Τουρίστες, μαλλιάδες, Αλβανοί κι  άλλα  κακοποιά στοιχεία δεν υπήρχαν τότε στον Πόρο. Μόνο ο Ζαζάς, αλλά κι αυτός γυρόφερνε στην παραλία και δεν ξενέριζε στα πάνω μέρη της Μπρίνιας.

Μια απ’ αυτές που άκουσαν την κουβέντα, κρατάω άγνωστο το όνομά της, θα την ονομάσω Μαρία, που είναι συνηθισμένο όνομα στη γειτονιά, άρπαξε την ευκαιρία. Έννοια σου, μωρή, είπε από μέσα της και θα δεις τι κασκαρίκα θα σου φτιάξω εγώ καημένη. Θα τη θυμάσαι σ’ όλη σου τη ζωή.

Η Αλεξάντρα λοιπόν, μόλις σουρούπωσε, γύρισε σπίτι της από την Ρουκουτίμα, όπου είχε περάσει όλο το απόγευμα, ψάχνοντας μια στάλα δροσιάς από κάνα φύσημα της μπουκαδούρας  πού  έστελνε  το  πέλαγο  από  τη  μεριά  του Μοναστηριού κι αφού με την παρέα της είχαν εξαντλήσει όλα τα κουτσομπολιά της ημέρας. Κατά τις δέκα το βράδυ έβγαλε τα στρωσίδια της στην αυλίτσα της κι ετοιμαζόταν για την βραδινή στρωματσάδα.

Την ώρα εκείνη πέρασε ένα γύφτος που πούλαγε κιλίμια και κουβέρτες. Είδε την Αλεξάντρα που έστρωνε τις κουβέρτες της κι άρπαξε την ευκαιρία.

Αύγουστος 1951. Η Αλεξάντρα Λούζη, μπροστά ο Λευτέρης Λούζης και στο βάθος ο Γιάννης Πουλάκης (Στο αγροτόσπιτο της Κάνταλης)

Αύγουστος 1951. Η Αλεξάντρα Λούζη, μπροστά ο Λευτέρης Λούζης και στο βάθος ο Γιάννης Πουλάκης (Στο αγροτόσπιτο της Κάνταλης)

-Καλέ κερά της είπε, δεν μου στρώνεις και μένα σε καμιά γωνίτσα, γιατί δεν έχω λεφτά για ξενοδοχείο.

Χρυσή καρδιά η θειά Αλεξάντρα, τον λυπήθηκε, το σκέφτηκε  λίγο και του λέει.

-Και  που  να  σε  βάλω βρε  γρουσούζη.

Όμως, του έστρωσε στην αυλή μια κουρελού, πήρε μέσα τα δικά της στρωσίδια, έβγαλε από το μαξιλάρι τη μαξιλαροθήκη να μην τη λερώσει ο γύφτος, του έριξε  και  ένα  σεντόνι  για  σκέπασμα, κλείδωσε το σπιτάκι της και κατηφόρισε στην αδελφή της την κυρά Ματένια, δυο στενά παρακάτω, για να κοιμηθεί εκεί.

Η Μαρία αφού πήγε με την παρέα της σινεμά, ο κινηματογράφος ήταν σχεδόν η μόνη ψυχαγωγία για τις Ποριώτισσες τα χρόνια εκείνα, αφού  τελείωσε  το έργο, ανηφόρισε από τον Αϊ Δημήτρη κι έφτασε σπίτι της περασμένα μεσάνυχτα. Στο μυαλό της πάντα γυρόφερνε το σχέδιο για την κασκαρίκα που θα ‘φτιαχνε στην Αλεξάντρα. Μόλις γύρισε σπίτι της, φόρεσε ένα παντελόνι και μια και δυο πήγε στην αυλή της Αλεξάντρας.

Βλέπει τα στρωσίδια στην αυλή και την Αλεξάντρα τυλιγμένη με το σεντόνι, λόγω που τα κουνούπια και οι σκνίπες ζουζούνιζαν στ’ αυτιά της και τσιμπούσαν ενοχλητικά και δεν την άφηναν να κοιμηθεί. Από το ροχαλητό της ξεσηκωνόταν όλη η γειτονιά.

Άλλο που δεν ήθελε η Μαρία. Ξαπλώνει στο στρωσίδι, δίπλα στην κοιμισμένη Αλεξάντρα κι όπως ήταν σκοτεινά, απόλυσε το χέρι της κι άρχισε το παλάμιασμα πάνω στο κοιμισμένο κορμί. Χάιδεψε την πλάτη, κατέβηκε στην κοιλιά και μετά  κατευθείαν  πήγε  να  φουχτιάσει  στο ψαχνό. Κάτι χαρχάλεψε κι έπιασε κάτι που δεν το φανταζόταν. Αυτό που κρατούσε ήταν άλλο πράμα. Αχινό να έπιανε, σκαντζόχοιρο να χουφτούλιαζε, σαλαχονουρά να φούχτωνε, διχαλωτό πισοκόρμι σκορπιού να την κέντρωνε, τέτοια λαχτάρα δεν θα ‘παιρνε. Το χέρι της μάργωσε.

-Μωρή Αλεξάντρα, τι είναι αυτό το πράμα μωρή, φώναξε. Άλλαξες φύλο, μωρή. Γι’ αυτό δεν σε παντρεύτηκε κανένας.

Ταυτόχρονα πετάχτηκε απάνω κι έκανε ν’ αλαργάρει, να λακίσει να εξαφανιστεί.  Όμως ο γύφτος, που όταν ένοιωσε ένα χέρι να τον χαϊδεύει στην πλάτη και κατάλαβε ότι το χέρι αυτό ήτανε γυναικείο, ξύπνησε, έκανε πως δεν δοκήθηκε τίποτις γιατί φαντάστηκε πως η κερά ήθελε κόλπα. Όταν όμως ένοιωσε πως θα ‘χανε το κελεπούρι άπλωσε την χερούκλα του κι άρπαξε την γυναίκα από το πόδι.

-Έλα κερά γιατί σταμάτησες, γιατί το χαλάς το πράμα, τηνε θάρρεψε.

Πάγωσε η Μαρία. Τούτο δω πάλι ήταν από τα αναπάντεχα.

-Που βρέθηκες εσύ εδώ ρε παλιογύφτο, που κακό χρόνο να ‘χεις, του φώναξε θυμωμένη, ενώ έριχνε ματιές ολόγυρα μήπως είδε κανένας την πομπή της κι αφού τρόμαξε να λευτερώσει το πόδι της από το χέρι του γύφτου, σαν σίφουνας έφυγε και μπουκάρισε στο σπίτι της. Ο άντρας της και τα παιδιά κοιμόντουσαν ήσυχα. Πήγε ανήσυχη στο παράθυρο, ξανακοίταξε όξω, μήπως κάποιος είδε το συμβάν  και  τότε ούτε ψύλλος  στον  κόρφο της, αν μάθαινε τίποτα ο άντρας της. Θα την σκότωνε σίγουρα. Το φύσαγε και δεν κρύωνε. Πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένη. Έκανε το σταυρό της. Τέτοια τρομάρα δεν είχε ματαπάρει στη ζήση της. Που να μπορέσει να κλείσει μάτι όλη τη νύχτα. Στριφογύριζε ανήσυχη στο κρεβάτι της μέχρι να ξημερώσει ο Θεός την ημέρα.

Το πρωί η θειά Αλεξάντρα ανηφόρησε στο σπίτι της και βρήκε μόνο την κουρελού και το μαξιλάρι. Το σεντόνι έλειπε.

Το ‘χε πάρει ο γύφτος μαζί του.  Ήταν, βλέπεις,  καλό. Ήταν απ’ αυτά που της είχε στείλει ο ανιψιός της ο Αντώνης, που ταξίδευε τότε με τα βαπόρια.

Η Αλεξάντρα είχε στα νιάτα της ένα αποτυχημένο έρωτα και δεν ξαναερωτεύτηκε, ούτε παντρεύτηκε. Παρότι ήταν αθυρόστομη και νόμιζε κανείς πως στα νιάτα της θα ήτανε του σχοινιού και του παλουκιού, όταν πέθανε στο Ζάνειο σε ηλικία 75 χρονών και της κάνανε νεκροψία, οι γιατροί την βρήκανε παρθένα. –           Πόρος, Ιούνης 1992

Η παραπάνω ιστορία έχει συμπεριληφθεί στο βιβλίο μου «Λαογραφικά από τον Πόρο και την Τροιζηνία», που εκδόθηκε το 2009 από τις εκδόσεις «Καλαυρία» και σήμερα έχει εξαντληθεί. Επίσης δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα «ΚΑΛΑΥΡΙΑ», θαρρώ το 1998.

Απρίλης 2013 Γιάννης Πουλάκης

 

 

 




Σχολιάστε