25 Οκτωβρίου 1963: Όταν ο Σεφέρης τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας



Πριν από 48 χρόνια, Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 1963, τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο μεγάλος Έλληνας λογοτέχνης Γιώργος Σεφέρης. Ο ποιητής που μέσα από τα έργα του, εξύμνησε τον Πόρο.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος Σεφεριάδης. Γεννήθηκε στα Βουρλά της Σμύρνης στις 29 Φεβρουαρίου[1] του 1900 και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Στέλιου και της Δέσπως (το γένος Γ. Τενεκίδη) Σεφεριάδη. Το 1906 αρχίζει η μαθητική του εκπαίδευση στο Λύκειο Χ. Αρώνη. Το 1914, εποχή κατά την οποία άρχισε να γράφει τους πρώτους στίχους, με το ξέσπασμα του Παγκοσμίου Πολέμου κατά τη θερινή περίοδο του έτους, η οικογένεια μεταναστεύει στην Ελλάδα. Ο Γιώργος Σεφέρης ενεγράφη στο Πρότυπο Κλασσικό Γυμνάσιο Αθηνών από το οποίο αποφοίτησε το 1917. Στις 14 Ιουλίου του ίδιου έτους, η μητέρα του μαζί με τους δύο γιους και την κόρη της Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο Κ. Τσάτσου) μεταβαίνει στο Παρίσι, όπου ο πατέρας τους Στέλιος εργάζεται ως δικηγόρος. Ο Γιώργος Σεφέρης θα μείνει εκεί μέχρι το καλοκαίρι του 1924, ακολουθώντας σπουδές λογοτεχνίας και αποκτώντας το πτυχίο της Νομικής, οπότε μεταβαίνει στο Λονδίνο για την τελειοποίηση των αγγλικών του εν όψει των εξετάσεων στο Υπoυργείο Εξωτερικών.

Το 1925 επιστρέφει στην Αθήνα και το 1927 διορίζεται στο διπλωματικό σώμα ως ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών. Κατά το ίδιο έτος πεθαίνει η μητέρα του Δέσπω. Τον Ιούλιο του 1928 δημοσιεύει στη Νέα Εστία, επώνυμα ως Γ. Σεφεριάδης το “Μια βραδιά με τον Κύριο Τεστ”, μετάφραση έργου του Βαλερί. Το 1929 συνοδεύει τον Εδουάρδο Εριό σε ταξίδι του στην Ελλάδα. Το Μάιο του 1931 εκδίδεται με το ψευδώνυμο Γ. Σεφέρης η “Στροφή” και τον ίδιο χρόνο διορίζεται υποπρόξενος και έπειτα διευθύνων του Ελληνικού Γενικού Προξενείου του Λονδίνου, όπου θα παραμείνει μέχρι και το 1934. Το Μάιο του 1932 δημοσιεύεται το έργο του Μια νύχτα στην ακρογιαλιά και τον Οκτώβριο η Στέρνα, αφιερωμένη στο Γιώργο Αποστολίδη. Το 1933, ο πατέρας του, Στέλιος, εκλέγεται Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και εγγράφεται ως μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1934 ο Γ. Σεφέρης επιστρέφει στην Αθήνα και τον Ιανουάριο του 1935 αρχίζει η συνεργασία του με τις εκδόσεις Νέα Γράμματα, αναδημοσιεύοντας τη Στέρνα. Το 1936 διορίζεται πρόξενος στη Κορυτσά, όπου θα παραμείνει μέχρι το 1938. Στις 13 Φεβρουαρίου του 1937 δημοσιεύει στα Νέα Γράμματα επιστολή του περί της δημοτικής γλώσσας. Το 1938 μετατίθεται στην Αθήνα ως προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου και Πληροφοριών.

Το 1941 ο Γιώργος Σεφέρης παντρεύεται με τη Μαρία Ζάννου και στις 22 Απριλίου το ζεύγος ακολουθεί την Ελληνική κυβέρνηση που, μέσω Κρήτης, στις 16 Μαΐου καταφθάνει στην Αίγυπτο και παραμένει στην Αλεξάνδρεια. Τον Αύγουστο, ο Γιώργος Σεφέρης συνοδεύει την Πριγκίπισσα Διαδόχου Φρειδερίκη και τα δύο της παιδιά, Σοφία και Κωνσταντίνο, στο Γιοχάνεσμπουργκ και από εκεί στην Πραιτόρια υπηρετώντας στην εκεί Ελληνική Πρεσβεία μέχρι το 1942. Λόγω της διπλωματικής ιδιότητάς του, η ζωή του Γιώργου Σεφέρη χαρακτηριζόταν από συνεχείς μετακινήσεις. Έτσι, ως ακόλουθος κι αργότερα ως πρεσβευτής, υπηρέτησε σε πολλές ελληνικές πρεσβείες του εξωτερικού, γεγονός το οποίο καθόρισε σημαντικά το έργο του.
Αν και η παιδεία και εκπαίδευσή του του ήταν περισσότερο ευρωπαϊκή παρά ελληνική, εκείνος όχι μόνο δεν απαρνήθηκε την ελληνική λογοτεχνία, αλλά την καλλιέργησε σε βάθος με σκοπό να την ανανεώσει. Η ποίησή του επηρεάστηκε από τον Έλιοτ (T.S Elliot), τον Κλωντέλ, το Βαλερί και τον Πάουντ (Ezra Pound). Το γεγονός όμως που χάραξε ανεξίτηλα τη σφραγίδα του στη συνείδηση του ποιητή ήταν η εθνική καταστροφή του 1922 κι ο ξεριζωμός του μικρασιατικού ελληνισμού.

Το 1963 η φήμη του Σεφέρη ξεφεύγει από τα εθνικά όρια και εξαπλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Καρπός της, η βράβευσή του με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας από τη Σουηδική Ακαδημία. Είναι ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με το ανώτερο, παγκοσμίως, βραβείο πνευματικής προσφοράς. Έως σήμερα, ακολούθησε μόνο ο Οδυσσέας Ελύτης, το 1979. Το 1967 η δικτατορία των συνταγματαρχών κατέλυσε το σύνταγμα στην Ελλάδα αναστέλλοντας τις ατομικές ελευθερίες. Ο Σεφέρης εκδηλώθηκε έντονα εναντίον της, τόσο γραπτά, όσο και με δημόσιες ρητές δηλώσεις του. Στις 28 Μαρτίου 1969 ο Σεφέρης μίλησε για πρώτη φορά δημόσια εναντίον της Χούντας και γι’αυτό το λόγο του αφαιρέθηκε ο τίτλος του πρέσβη επί τιμή, καθώς και το δικαίωμα χρήσης διπλωματικού διαβατηρίου.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 20 Σεπτεμβρίου του 1971, ο Γιώργος Σεφέρης έκλεισε για πάντα τα μάτια του, αφήνοντας δυσαναπλήρωτο κενό στη νεοελληνική λογοτεχνία. Μετά το θάνατό του εκδόθηκε το προσωπικό του ημερολόγιο με τίτλο «Μέρες…» καθώς και το «Πολιτικό» του ημερολόγιο. Η προσφορά του Σεφέρη στη λογοτεχνία μας είναι αναμφισβήτητη και εξέχουσας σημασίας. Άνοιξε νέους ορίζοντες στην ελληνική ποίηση και καταξιώθηκε ως ένας ολοκληρωμένος ποιητής.
Ο Γιώργος Σεφέρης, πέρασε πολλές μέρες των διακοπών του στον Πόρο, στη «βίλα Γαλήνη». Εκεί έγραψε μάλιστα σειρά ποιημάτων, μεταξύ των οποίων η περίφημη «Κίχλη». Τον Πόρο βέβαια τον συναντάμε και σε άλλα ποιήματα του ίδιου:

«’Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει».
Στο ημερολόγιο του Σεφέρη συναντούμε περίφημες περιγραφές του τοπίου του Πόρου, γεμάτες ευαισθησία, λυρισμό, αλλά και στοχαστική βαθύτητα:
Τρίτη, 13 Αυγούστου 1946
«Έχει κάτι από τη Βενετία: κανάλι, επικοινωνία ανάμεσα στα σπίτια με βάρ¬κες, χλιδή, νωχέλεια, αισθησιακός πειρασμός (λεμονοδάσος κτλ) —τόπος για διακεκριμένους διεθνείς ερωμένους. Υπάρχει κάτι από τον κλειστό χώρο εδώ, με πολλά μάγια βέβαια, κάτι από ένα λάκκο λαγνείας, με το φεγγάρι από πάνω, και όλη μέρα, με το χαλκό της μουσικής του Προγυμναστήριου. Χτες βράδυ, ανεβαίνοντας να κοιμηθώ, στάθηκα μια στιγμή στο μπαλκόνι της κάμαρας μου κοιτάζοντας τις αντικρινές κορυφογραμμές».
Ακόμα, περιγραφές ανατολής του ηλίου, του φωτός, της θάλασσας, γεμάτη στοχασμούς πάντα.
Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 1946
«Άνοιξα το παράθυρο- στο ανοιχτό πέλαγος, πέρα από το Προγυμναστήριο, ο δίσκος του ήλιου μεγάλος, δαγκωμένος ακόμα από τον ορίζοντα, είχε ένα χρώμα που δεν είδα ποτέ μου” το χρώμα του χυμού των βατόμουρων, μια ιδέα πιο ανοιχτό. Η θάλασσα αχάραχτη, χωρίς ανάσα. Οι πευκοβελόνες ακίνητες σαν αγκάθια αχινών στο βάθος καθάριου νερού. Πάνω στη γραμμή του ο¬ρίζοντα ένα μαύρο καράβι σύρθηκε σιγά σιγά, όπως στο πανί του Καραγκι¬όζη, υπογράμμισε αυτό το καταπληκτικό στεφάνι και χάθηκε. Έπειτα τακού¬νια στα σανίδια της σκάλας, βαλίτσες, λέξεις, δάχτυλα —έφυγαν όλοι.
Βγήκα στη βεράντα κατά τη θάλασσα, η ώρα ήταν πια 08.30, ο ήλιος ψηλά. Αδύνατο να ξεχωρίσεις το φως από τη σιωπή, τη σιωπή και το φως από τη γαλήνη. Κάποτε η ακοή άγγιζε έναν κρότο, μια μακρινή φωνή, ένα ψηλό τιτίβισμα. Όμως αυτά ήταν με κάποιο τρόπο κλεισμένα αλλού, όπως το χτύπημα της καρδιάς σου που ένιωθες μια στιγμή κι έπειτα το ξεχνούσες. Η θάλασσα δεν είχε επιφάνεια, μόνο οι αντικρινοί λόφοι δεν τέλειωναν στη γραμμή της γης, αλλά τραβούσαν πέρα κάτω, ξαναρχίζοντας μια πιο θαμπή εικόνα της μορφής τους που έσβηνε απαλά στο βάθος ενός κενού. Αίσθημα πως υπάρχει μια άλλη πρόσοψη της ζωής. (Γράφω δύσκολα, προσπαθώντας να αποφύγω γενικές λέξεις, προσπαθώντας να περιγράψω αυτό το απερίγρα¬πτο). Την επιφάνεια την καταλάβαινες κοιτάζοντας μακριά τα κουπιά, όταν βουτούσαν με μια στεγνή αναλαμπή, όπως σπάζει ένα τζάμι στον ήλιο, ή ακόμα —αργότερα— όταν πέρασε κάτω απ’ το σπίτι μια βάρκα με ανεβασμένα και άδεια πανιά, καθρεφτισμένα απόλυτα μέσα στο νερό, σαν εικόνα σε τραπουλόχαρτο. Αίσθημα πως αν ανοίξει μια ελάχιστη χαραμάδα σ’ αυτό το κλειστό όραμα, όλα μπορεί ν’ αδειάσουν από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και να σʼ αφήσουν γυμνό και μόνο, γυρεύοντας ελεημοσύνη, τραυλίζοντας λόγια χωρίς ακρίβεια…»
Το φως του Πόρου είναι κάτι που έχει εντυπωσιάσει βαθιά το Σεφέρη.
Χαρακτηριστικές είναι οι —διάσπαρτες— αναφορές, όπως:
Τρίτη 8- Οκτώβρη, Πρωί
«Μετά το κολύμπι: το φως είναι τέτοιο που σε απορροφά όπως το στουπόχαρτο το μελάνι- απορροφά την προσωπικότητα».
Δευτέρα 2 Δεκέμβρη
«Φεύγω ακόμα με ορισμένες «ιδέες» για το φως. Είναι το σπουδαιότερο πράγμα που «ανακάλυψα» από τότε που μπήκε το καράβι του γυρισμού στα ελληνικά νερά (Ύδρα, Οχτώβρης ’44). Κάτι από αυτό εκφράζει «Ο Βασιλιάς της Ασίνης», κάτι και η «Κίχλη». Αλλά δεν ξέρω αν θα μπορέσω να το εκφρά¬σω ποτέ μου αυτό το βασικό, καθώς αισθάνομαι, αυτό το θεμέλιο της ζωής. Ξέρω πως με το φως πρέπει να ζήσω. Παρακάτω δεν ξέρω- δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω».
Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι το φως επανέρχεται συνέχεια, ως βασικό θεματικό μοτίβο, στην «Κίχλη», το μεγάλο ποίημα του Σεφέρη που γράφτηκε στον Πόρο (η Κίχλη ήταν όνομα πλοίου, βουλιαγμένου στο λιμάνι του Πόρου).
Όμως στο ημερολόγιο έχουμε περιγραφές του νησιού και σ’ άλλες στι¬γμές.
Κυριακή 13 Οκτώβρη
«Ψιλοβρέχει όλη μέρα σήμερα. Η χάρη αυτής της βροχούλας. Το κανάλι έχει πάρει τις πιο απαλές αποχρώσεις του γκρίζου προς το άσπρο-παλιός-καθρέφτης. Σύννεφα που καβαλικεύουν τα τριγύρω βουνά. Από το παράθυρο το ζωντανό άρωμα του πεύκου».
Όμως τα αποσπάσματα από τα ημερολόγια του Σεφέρη θα μπορούσαν να συνεχίζουν για πολύ. Για λόγους καθαρά χώρου σταματάμε εδώ. Κλείνουμε την αναφορά στον ποιητή με αποσπάσματα από την «Κίχλη». Το ποίημα έχει γραφτεί στον Πόρο, πράγμα όχι τυχαίο, όπως διαπιστώνει ο αναγνώστης.
Το ναυάγιο της «Κίχλης».
«Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπο μου τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει, Παρ’ το, σου το χαρίζω• δες, είναι ξύλο λεμονιάς…» Άκουσα τη φωνή καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια∙ το ‘λεγαν «Κίχλη»• ένα μικρό ναυάγιο, τα κατάρτια, σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτος νεκρού σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνονταν γαλήνη Το φως Αγγελικό και μαύρο, φως, γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου, δακρυσμένο γέλιο, σε βλέπει ο γέροντας ικέτης πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες καθρεφτισμένο στο αίμα του που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη. Αγγελική και μαύρη, μέρα• η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο βγαίνει απ’ το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες. Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε… δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη• στόλισε τα μαλλιά σου με τ’ αγκάθια του ήλιου, σκοτεινή κοπέλα-η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε, ο τύραννος μέσα απ’ τον άνθρωπο έχει φύγει, κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυόμενης∙ όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ’ αγαπήσει, στο φως• και είσαι σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα, γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών θ’ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας πώς σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια».
(Πόρος, «Γαλήνη», 31 Οχτώβρη 1946).




Σχολιάστε