Ο μικρός Βόσπορος…



Το είδαμε στο facebook και το λατρέψαμε. Η καλή φίλη Diane Shugart ανέβασε δυο φωτογραφίες με την ακόλουθη περιγραφή στα αγγλικά, την οποία σας μεταφράζουμε:
“Η ελληνική Wikipedia λέει πως ο Γαλατάς οφείλει το όνομα του στους γαλατάδες από την Αρκαδία, που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή στα 1920.
Όμως όταν βλέπω εικόνες από το “μπογάζι” της Κωνσταντινούπολης και το “μπογάζι” του Πόρου, δίπλα – δίπλα, αναρωτιέμαι…”

Κωνσταντινούπολη

Πόρος




Comments (1)

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. ΑΝΤΑΝΗΣ says:

    Μην αναρωτιέστε αξιότιμη Κυρία. Η Κωνσνταντινούπολη, η Αιώνια Πόλη, τα έχει και θα τα έχει όλα, ανέκαθεν και τώρα και για πάντα. Όλα εκτός ένα: Την “Κοιμωμένη” !
    Μόλις γεννήθηκε ένα παιδί, εγγόνι φίλου μου συγχορωδού, και αναπτέρωσε τις ελπίδες μου. Του έστειλα να κρατήσει λίγο Πόρο για ευχές και γούρι. Οι λέξεις συμπtωματικά ταιριάζουν με τις φωτογραφίες της Κυρίας Shugart.
    <<>>
    «Κοιμωμένη»

    Το τοπίο
    Πέρα στο μπουγάζι, πάνω στο βουνό, την «Κοιμωμένη»
    που απλώνεται ως τα κύματα, ζωγραφίστηκε η τύχη σου.
    Σε ένιωσα να αναστενάζεις την ευτυχία σου και βάφτηκε
    πορτοκαλιά, μία ακόμα νέα ελπίδα, πάνω στον ήσκιο σου.
    Άγγιξα γοργή την ανάσα σου στο πορφυρό ηλιοβασίλεμα,
    καθώς με τύλιξε σαν όραμα η ευωδιά του νυχτολούλουδου.

    Το όραμα
    Καθώς ο ήλιος πήγαινε να δύσει πίσω απ‘ το στήθος σου,
    μου φάνηκες, έτσι ξαπλωμένη, σαν την «Κοιμωμένη».
    Και όπως έπεφτε το λιόγερμα, γέννησες μιαν ανατολή,
    νεαρή μαννούλα, κι εγώ σε αφουγκράστηκα κι αληθινά
    σε είδα, καθώς το σώμα σου στο πλάι έγερνες , να κοιμηθείς,
    όλη από φως κι ευδαιμονία πλημυρισμένη, σαν μαγεμένη.

    Η μεταμόρφωση
    Τότε τον ήλιο πρόλαβα, που χρύσιζε τα μαύρα σου μαλλιά
    κι άκουσα τη γαλήνη να στεγνώνει τον ιδρώτα σου.
    Κι αμέσως ρώτησα το σούρουπο, τα πεύκα, το νησί, το μπάτη
    και τη θάλασσα, αν τούτα τ’ άψυχα γνωρίζουν, να μου πουν,
    ποιος πόνος και ποια οδύνη, τέτοια ευφροσύνη δίνει.
    Η απάντηση αντήχησε αυθωρεί στο Λα του τηλεφώνου.

    Η κλοπή
    Πολύ αργά, πως είχα λάβει το καλό μαντάτο από νωρίς.
    Μου το’ χαν πει οι φίλοι μου, της φύσης τ’ άψυχα εν χορώ,
    πως είσαι εσύ η Κοιμωμένη, που γέννησε το δάκρυο της ελπίδας.
    Κι όταν σε είδα να κρατάς στην αγκαλιά σου το δικό σου ήλιο
    που θ’ ανατέλλει κάθε πρωί, θα σε αποζητάει και θα σε αγγίζει,
    ζήλεψα, ο φίλος σου ο φτωχός, και σου έκλεψα μια στάλα ευτυχία. []

Σχολιάστε