Μια “χρυσή” ευκαιρία για restart – Άρθρο της Λένας Παπαϊωάννου



Γράφει η Λένα Παπαϊωάννου – 

 

Μετά τις σημερινές δηλώσεις του Πρωθυπουργού και των αρμόδιων Υπουργών για την επανεκκίνηση της τουριστικής δραστηριότητας αλλά και μιας επισκόπησης δημοσιευμάτων και τάσεων προτίμησης των πολιτών εντός και εκτός χώρας για τις προθέσεις τους σχετικά με τις φετινές τους καλοκαιρινές διακοπές, το κλίμα σχετικά με την «καταστροφή» της φετινής τουριστικής περιόδου φαίνεται να αλλάζει.

Η αλλαγή αυτή, είναι ευνόητο ότι δεν θα είναι εύκολη, ούτε αναίμακτη και θα δημιουργήσει μια νέα οικονομική συνθήκη για τις δραστηριότητες που έχουν πληγεί και θα πληγούν από τις επιπτώσεις την κρίσης COVID-19. Ωστόσο, η νέα αυτή συνθήκη δεν είναι μονόπλευρη, καθώς συνοδεύεται με ταυτόχρονη αναδιαμόρφωση των μέχρι πρότινος δεδομένων στον τομέα του τουρισμού, της αναψυχής, της εστίασης και των παρακείμενων δραστηριοτήτων.
Όλα καλά και γνωστά ως εδώ, καθώς το πρόβλημα ήταν -και είναι- παγκόσμιο. Μπορούμε όμως να επαναπαυθούμε στην κοινή αφετηρία της ύφεσης και στα μέτρα που η Κυβέρνηση πήρε και θα πάρει για να εξομαλύνει τις επιπτώσεις της κρίσης;

Και συνεπώς είναι η μετάθεση της ευθύνης μια θεμιτή αντίδραση στα νέα δεδομένα ή έχουμε μπροστά μας μια χρυσή ευκαιρία να συλλογιστούμε και να πράξουμε παραγωγικά;

 

 

Η συγκρότηση, η βελτίωση και η προώθηση του τουριστικού προϊόντος είναι μια μακρά και επίπονη διαδικασία που στη χώρα μας μετρά επιτυχίες και αποτυχίες, σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Η κρίση COVID-19 μας έφερε αντιμέτωπους με την ισχυρή εξάρτιση της εθνικής μας οικονομίας από το τουριστικό προϊόν και τα έσοδα από τη συγκεκριμένη «βιομηχανία».
Το σημαντικό στοιχείο εδώ είναι πως ο τουρισμός (φιλοξενία, εστίαση, εμπόριο, μεταφορές, παράλληλες δραστηριότητες) δεν είναι μια συγκεντρωτική πλουτοπαραγωγική διαδικασία καθώς τα κέρδη που προέρχονται από αυτή ωφελούν ένα μεγάλο ποσοστό μικρών και μεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων. Αν εξαιρεθούν οι μεταφορές, τα διεθνή τουριστικά γραφεία και οι μεγάλες αλυσίδες ξενοδοχείων, στη λοιπή δραστηριότητα δεν εμπλέκονται άμεσα πολυεθνικές επιχειρήσεις.
Συνεπώς, η ελληνική τουριστική «βιομηχανία», είναι σε μεγάλο ποσοστό αυτορρυθμιζόμενη και το τελικό «προϊόν» εξαρτάται από μικρές και μεγάλες αποφάσεις. Αποφάσεις που δεν πρέπει να πάρουν κάποιοι άλλοι για εμάς, αλλά εμείς για την κάθε μικρή κοινωνία που εξαρτάται από τον τουρισμό.

 

 

 

Η τάση φέτος αλλάζει, όχι τόσο για τα μεγάλα νησιά που δέχονται απευθείας πτήσεις charter από την Ευρώπη, όσο για τους υπόλοιπους προορισμούς που δέχονται κατά βάση μεμονωμένους επισκέπτες για ποιοτικό τουρισμό και αναζήτηση της εμπειρίας.

Ένα σημαντικό ποσοστό της τελευταίας κατηγορίας είναι οι Έλληνες επισκέπτες, οι οποίοι δηλώνουν ανοιχτά πως, τόσο λόγω της τάσης να προστατευτούν από ενδεχόμενη έκθεση στον ιό, όσο και λόγω οικονομικών περιορισμών, θα προτιμήσουν κοντινούς προορισμούς με οδική πρόσβαση.

Σαρωνικός, Πελοπόννησος και Εύβοια λοιπόν για τους κατοίκους της Αττικής, αλλά και για όσους επισκέπτες από το εξωτερικό αποφύγουν να συνωστιστούν σε απομακρυσμένα από την πρωτεύουσα νησιά. Για φέτος.
Φτάνει αυτό όμως να πανηγυρίσουμε; Θα τολμήσω να πω πως δεν φτάνει…
Είναι όμως μια ευκαιρία να αλλάξουμε την εικόνα των νησιών μας ως προορισμού.

Από τη Σαλαμίνα ως τα Κύθηρα, η πρόσβαση είναι εύκολη και σχετικά οικονομική. Τα νησιά της Αττικής λοιπόν δεν θα είναι προορισμός του Σαββατοκύριακου. Θα έχουν μια και μοναδική φορά την ευκαιρία να σταθούν ως ίσος τουριστικός προορισμός απέναντι στις δυσπρόσιτες Κυκλάδες και τα μακρινά Επτάνησα.

Θα έχουν μια χρυσή ευκαιρία να αποκτήσουν επαναλαμβανόμενους -και φανατικούς- επισκέπτες, χωρίς πολυδάπανες επικοινωνιακές εκστρατείες και ακριβές φιέστες. Θα έχουν μια φορά τη δυνατότητα να κάνουν τη γειτνίαση και την άμεση σύνδεση με την ηπειρωτική Ελλάδα το πιο ισχυρό τους χαρτί στη μάχη προσέλκυσης των, πολύ λιγότερων για φέτος, τουριστών.

Το μειονέκτημα είναι ο λίγος χρόνος προσαρμογής στην νέα αυτή κουλτούρα τουρισμού, όπου θα πρωταγωνιστήσει ο άνθρωπος και οι ανάγκες του. Οι διακοπές τα επόμενα χρόνια θα αντανακλούν την ανάγκη για πραγματική αναψυχή, ξεκούραση και ανασύνταξη και όχι μια ατέρμονη ανάγκη άκρατου καταναλωτισμού.

 

Τέτοιες ειδικές συνθήκες δημιουργούν ανάγκη για συνοχή, συνέργειες και ουσιαστική ανταπόκριση των επαγγελματιών στη ζήτηση. Οι στρατηγικές συμμαχίες μεταξύ επιχειρήσεων στην ίδια ή και κοντινές περιοχές, με έμφαση στην εφαρμογή κοινών πρακτικών φιλοξενίας που βελτιώνουν το συνολικό τουριστικό προϊόν ενός τόπου είναι μια λύση που θα συμβάλει άμεσα στην προώθηση του τόπου ως θελκτικού προορισμού και την περαιτέρω διαφήμισή του μέσω της ίδιας του της φήμης.

 

Δεύτερος παράγοντας εικόνας συνοχής είναι η εφαρμογή δράσεων κοινωνικής ευθύνης, μέσω κλαδικών ενεργειών ή συνεργασίας με θεσμικούς παράγοντες, που αναγνωρίζονται για το κοινωνικό τους περιεχόμενο στην αντιμετώπιση της πανδημίας και εκτιμώνται τόσο από πελάτες όσο και από συνεργάτες του τουρισμού σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.
Έχει, άλλωστε παρατηρηθεί ότι οι επιχειρήσεις και προορισμοί που διατηρούν την φιλοσοφία, τους στόχους και την ποιότητά τους, ενισχύουν την αναγνωρισιμότητά τους εν μέσω κρίσεων και μπορούν να αυξήσουν σημαντικά το μερίδιο από την αγορά που τους αναλογεί και να διατηρήσουν μια εύρωστη εικόνα για τη μελλοντική τους δραστηριότητα.

Η εξίσωση φαντάζει πολύπλοκη αλλά δεν είναι. Η κρίση του COVID-19 βάζει στην άκρη τα περιττά και μετατρέπει τη θεωρία σε απαραίτητη πράξη για τη διατήρηση της ισορροπίας στην οικονομία και την κοινωνία των μικρών τουριστικών προορισμών.
Συνέπεια, ορθή τιμολογιακή πολιτική , ποιότητα υπηρεσιών, ασφάλεια και ανθρωποκεντρική προσέγγιση, συνοχή και σαφής προσανατολισμός είναι τα εργαλεία που θα ανοίξουν το δρόμο προς τη λύση της.

 

*Παπαϊωάννου Ελένη
Επικοινωνιολόγος – Διεθνολόγος




Σχολιάστε