Λαογραφικά Ποριώτικα: Οι ντελάλληδες


Και από τα χωριά τους ακόμα ερχόντουσαν για ψώνια στον Πόρο. (φωτ. από το αρχείο του Θ. Μπάκα).

Και από τα χωριά τους ακόμα ερχόντουσαν για ψώνια στον Πόρο. (φωτ. από το αρχείο του Θ. Μπάκα).

(Ποριώτες γαϊδούρια, μη δένετε στη παραλία)

Γράφει ο Γιάννης Πουλάκης – 

Για δεκαετίες ολόκληρες η ζωή στον Πόρο ήταν μίζερη, ανιαρή, ίδια κι απαράλλαχτη όλες τις ώρες, όλες τις μέρες. Οι καιροί  ήταν δύσκολοι και ο καθένας κοίταγε πως θα πορευτεί, πως θα τα βγάλει πέρα. Οι φαμελίτες νταμαχιάζανε στη δουλειά από το χάραμα μέχρι το λιόγερμα, για να τα βγάλουνε πέρα και κουτσά-στραβά τα κατάφερναν.

Λίγοι ήταν αυτοί που είχαν περισσευούμενα λεφτά να μπορούν ν’ αγοράσουν εφημερίδα. Έτσι οι εφημερίδες που ‘φταναν στο νησί ήταν λίγες κι αυτές αργοπορημένες, μπαγιάτικες. Βλέπεις τα παπόρια της εποχής, «ΠΙΝΔΟΣ» «ΓΛΑΡΟΣ» «ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ», θέλανε γύρω στις πέντε ώρες να φτάσουνε στον Πόρο, από το λιμάνι του Πειραιά. Το ταξίδι στην Αθήνα τότε ήταν σωστό μαρτύριο.

Τις «εθνικόφρονες» εφημερίδες, δηλαδή η «ΒΡΑΔΥΝΗ», η «ΑΚΡΟΠΟΛΗ», η «ΕΣΤΙΑ», και η «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ», τις πούλαγε ο κυρ-Αντρέας ο Τοπιτζής, ένας κοντόχοντρος γεράκος με χοντρά μυωπικά γυαλιά, που ‘χε το «εφημεριδάδικο» δίπλα στο φαρμακείο του Κακουράτου, εκεί που σήμερα είναι το κατάστημα του Στρατηγού. Τις άλλες, τις λεγόμενες «Δημοκρατικές», δηλαδή «ΤΑ ΝΕΑ», το «ΒΗΜΑ», το «ΕΘΝΟΣ» και κανά δύο φύλλα της «ΑΥΓΗΣ» τις πούλαγε ο Μαστροπέτρος, που είχε το μαγαζί του στο στενάκι, πάνω από το καφενείο του Μαγκλάρα. Η «ΑΚΡΟΠΟΛΗ» πάντως είχε τα πρωτεία.

Ήταν σαβουρωμένη με ύλη μπόλικη, για να ακονίζει το μυαλό του ο κόσμος για το …. καλό του φυσικά, κατά πως ήτανε δηλαδή τα πολιτικά πράγματα της εποχής. Δημοσίευε ακόμα ένα πολύ σπουδαίο λαϊκό ανάγνωσμα, για να συμπληρώνει ο κόσμος τις γνώσεις του. Ήταν ο «Τσακιτζής, ο Εφές του Αϊδινίου» και μέσα εκεί εξιστορούντο με λεπτομέρειες τα κατορθώματα και τα νταϊλίκια του Τούρκου λήσταρχου, λες και μας έλειψαν οι δικοί μας. Λίγες εφημερίδες αγόραζε ο κόσμος. Τις πιο πολλές τις κάνανε χαρτί περιτυλίγματος οι μπακάληδες ή χαρτί τουαλέτας οι νοικοκυρές, ενώ πολλές τις έκαναν μεγάλα χωνιά που ‘βαζαν μέσα τα ψάρια οι ψαρομανάβηδες. Οι εφημεριδοπώλες τότε επιστρέφανε πίσω στο πρακτορείο μόνο τα κουπόνια των εφημερίδων, που είχαν τον τίτλο και την ημερομηνία της εφημερίδας και τα υπόλοιπα, τα πούλαγαν στους καταστηματάρχες με την οκά. Έτσι έφτανε και καμία εφημερίδα στο κόσμο, που την ξεκούκιζε ο καημένος στην κυριολεξία.

Άλλα νέα μπορούσαν να μάθουν οι Ποριώτες, με μια βόλτα στην «Κολώνα», όπου ήταν μαζεμένα όλα τα καφενεία ή λίγο πιο πέρα, στο καφενείο του Καραγιάννη, το μεγαλύτερο του Πόρου. Υπήρχε ακόμη και το καφενείο του Μάη, απέναντι από το Προγυμναστήριο,  που λειτούργησε μέχρι το 1948. Τα υπόλοιπα κουτσομπολιά τα μάθαιναν οι γυναίκες στις βρύσες, όπου περίμεναν για ώρες, να πάρουνε νερό για τη λάτρα των σπιτιών.

Για όλα τα υπόλοιπα, που μπορούσαν να ενδιαφέρουν το κόσμο, υπήρχε ο «ντελάλης». Αυτός με βροντερή ή τσιριχτή φωνή, ανακοίνωνε πότε έφτανε βαπόρι στον Πόρο ή έφευγε για τον Πειραιά. Ανάμεσα στις ανακοινώσεις που του ‘δινε ο Δήμος ή το Γκουβέρνο, για γνωστοποίηση στο κοινό, έλεγε και καμιά ρεκλάμα για κάποιο καινούργιο εμπόρευμα ή για κάποια παράσταση του «Καραγκιόζη», που έπαιζε τότε ο Καραγκιοζοπαίχτης Δημήτρης Μόλας και άλλοι ερασιτέχνες, φτιάχνοντας πρόχειρες σκηνές στην «Παραλία», στην «Πούντα» και στη «Ρουκουτίμα».

Από το 1947 που πρωτολειτούργησε κινηματογράφος στον Πόρο, ο ντελάλης ανακοίνωνε και τα κινηματογραφικά έργα, που ‘παιζαν πρώτα σε υπαίθριες προβολές στο προαύλιο του Γυμνασίου,  στο κτίριο του Σπίρτζη και στα «Δεντράκια». Από το 1952 λειτούργησε και το κινηματοθέατρο «Διάνα» του Γ. Δουζίνα. Πιο μπροστά είχε λειτουργήσει και κλειστός κινηματογράφος, κάτω από το Ξενοδοχείο του Μάνεση.

Από τον Πόρο ντελάληδες πέρασαν πολλοί. Πιο γνωστοί ήταν ο Τόφαλος, ο Μπαρούνης ο Γιώργος και ο γιος του ο Γιάννης, ο λεγόμενος και Καμπουράκης και ο μπάρμπα-Γιάννης ο Κιμιγκέλης, που ήταν από τους πρώτους επαγγελματίες αμαξάδες που εκτελούσε για πολλά χρόνια το δρομολόγιο Ανατολή-Δύση στην Αμερική, όπου είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.

Έβαζαν λοιπόν οι ντελάληδες το χέρι στο στόμα, σαν χωνί, κι άρχιζαν τη δουλειά: «Ακούστε, ακούστε» και μετά ξεφώνιζαν την παραγγελία που είχανε να διαλαλήσουν.

Τότε ο Πόρος είχε μαγκιώρα αγορά, γιατί και κόσμο μπόλικο είχε και μαζί με τα χωριά έβγαζε μεγάλη παραγωγή από λεμόνια, λάδια, ρετσίνια και ζαρζαβατικά.

Ο κόσμος ψώνιζε από τα μαγαζιά του Πόρου τα χρειαζούμενα, γιατί στον Πειραιά πήγαιναν λίγοι, αφού το ταξίδι αυτό ήταν τότε σωστή περιπέτεια.

Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν ούτε για δείγμα. Όλες οι μεταφορές ανθρώπων και εμπορευμάτων γινόντουσαν   με αλογομούλαρα και  κυρίως με γαϊδουράκια. Σχεδόν κάθε σπίτι στον Πόρο είχε και το κατώι του, όπου έβαζε το γαϊδουράκι του, μέσο μεταφοράς απαραίτητο εκείνη την εποχή, να μπορεί να πηγαίνει στα κτήματα στο Γαλατά ή στο νησί.

Όταν ερχόντουσαν στο Πόρο για ψώνια από τα χωριά και από την ύπαιθρο του νησιού, ιδίως τα Σαββατοκύριακα, έβλεπες κατάμπροστα στην παραλία, από του Σπιθούρη μέχρι τη Βαγγελίστρα, δεμένα με το καπιστρόσχοινο, μιλλιούνια τα γαϊδούρια. Οι ταβέρνες στο στενό της Αγοράς, τις μέρες εκείνες, ήταν τιγκαρισμένες από τους φίλους της κάνουλας και της ντόγας, γιατί αφού νέταραν τις δουλειές τους και τα ψώνια οι ξωμάχοι, ξέδιναν λίγο στις ταβέρνες, που ήταν αραδιασμένες ζερβά και δεξιά  στο  στενό  μέχρι  πέρα  στη  «Καμάρα», που  δυστυχώς  τη γκρέμισε ο Δήμαρχος κι έλειψε από τον Πόρο ένα χαρακτηριστικό κομμάτι της αγοράς.

Όμως από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο τουρισμός άρχισε ν’ αναπτύσσεται στον Πόρο. Τα γαϊδουράκια δεν είχαν πια θέση στην παραλία του νησιού κι έπρεπε ν’ απομακρυνθούν.

Αρχείο Γιάννη Πουλάκη

Αρχείο Γιάννη Πουλάκη

Φώναξε, λοιπόν,  ο Δήμαρχος το  ντελάλη,  που τότε  ήταν  ο  μπάρμπα Γιάννης ο Κιμιγκέλης και του ‘δωσε παραγγελία, να βγει στην παραλία και στους δρόμους να ντελαλήσει ότι απαγορεύεται πια να δένουν τα γαϊδούρια στην παραλία. Τούτος άρπαξε το τάλιρο, έφτιαξε το μαντήλι που πάντα φόραγε στο λαιμό του και πήρε αμπάριζα τους δρόμους και την παραλία.

Έβαλε το χέρι του σα χωνί στο στόμα κι άρχισε να ντελαλεί. «Ακούστε, ακούστε. Γαϊδούρια Ποριώτες μη δένετε στη παραλία». Πήγαινε λίγο  πιο πέρα κι άρχιζε πάλι. «Ακούστε, ακούστε. Γαϊδούρια Ποριώτες», εδώ σταμάταγε λίγο, σκόπιμα ή μη, να πάρει τάχα μιαν ανάσα και συνέχιζε «μη δένετε στη παραλία». Λίγο-πολύ δηλαδή φώναζε τους Ποριώτες γαϊδούρια. Με το που τα’ άκουσαν οι Ποριώτες γίνανε θηρία. Πήγανε στο Δήμαρχο και του είπαν να τον μαζέψει, γιατί θα τον λιανίσουνε. Τούτος κάλεσε το μπάρμπα-Γιάννη, τον κατσάδιασε και του ‘δωσε εντολή να ντελαλίζει μόνο, πως απαγορεύεται να δένονται γαϊδούρια στην παραλία και τίποτα άλλο.

Τώρα θες γιατί ο μπάρμπα-Γιάννης δεν το πολύ-κατάλαβε, θες γιατί είχε άχτι τους Ποριώτες, που τον πειράζανε για τα γνωστά κουσούρια του, βγήκε την άλλη μέρα στην παραλία και τους δρόμους του Πόρου και άρχισε το ίδιο βιολί. Άλλαξε  μόνο  τη θέση στις λέξεις. Έβαλε τη λέξη «Ποριώτες» μπροστά από τη λέξη «γαϊδούρια». «Ποριώτες γαϊδούρια», φώναζε, «μη δένετε στη παραλία». Είχε και μια φωνή τσιριχτή και καμπανιστή, αλλά δυνατή, που ξετάπωνε  τ’ αφτιά   και  στους  κουφούς  ακόμα.

Οι ξένοι που τον άκουγαν έσπαζαν πλάκα και γελούσαν ειρωνικά. Το πήραν χαμπάρι γρήγορα οι Υδραίοι, οι Αιγινήτες και οι Πειραιώτες και το ‘καναν σλόγκαν. «Ποριώτες γαϊδούρια». Στον Πόρο, άλλοι το πήρανε στη «πλάκα», άλλοι όμως το θεώρησαν πολύ προσβλητικό για τους Ποριώτες και δεν άργησαν να καταχερίσουν τον καημένο το μπάρμπα- Γιάννη άσχημα.

Έτσι αφού έφαγε της χρονιάς του δεν τόλμησε πια να ξαναντελαλήσει το «Ποριώτες γαϊδούρια μη δένετε στη παραλία».. Τα γαϊδουρομούλαρα όμως οι Ποριώτες και οι ξενομπάτες, σταμάτησαν να τα δένουν πια στην παραλία, αφού μετά το 1960, που αστυνόμος στον Πόρο ήταν ο Χρηστάκης, απαγορεύτηκε στους Ποριώτες και να περνούν ακόμα με γαϊδούρια από την παραλία του Πόρου.

Τούτος ήταν αστυνόμος σκληρός κι αυστηρός. Δίκαια τον έλεγαν «σερίφη». Μεταξύ των άλλων είχε βγάλει και ειδική αστυνομική διάταξη που απαγόρευε τη διέλευση των ζώων από την παραλία.

Σε δυο μόνο δεν κατάφερε να επιβάλλει αυτή την απαγόρευση ο Χρηστάκης. Στο μπάρμπα Νίκο τον Κερά, που ‘ζευε στο κάρο τον «Καραμπάτσο» (γνωστό σ’ όλους του Ποριώτες γάιδαρο), πήγαινε στο Προγυμναστήριο κι και κουβαλούσε αποφάγια και ξερόψωμα για να ταΐσει τις κότες και τα γουρουνάκια του, που «φιλοξενούσε» στη μεγάλη μάντρα, εκεί που αργότερα κτίστηκε η γυναικολογική κλινική του Ροΐδη και σήμερα λειτουργεί το σουπερμάρκετ του Κρητικού.

-Θα σε γράψω, τον απειλούσε ο Χρηστάκης, πιο πολύ γιατί ήθελε να τον πειράξει κι όχι να τον φοβερίσει, αφού ήξερε καλά πως χωρίς τον Καραμπέτσο δε μπορούσε να ζήσει ο μάστρο Νίκος, ούτε μπορούσε να μεταφέρει  τα βαριά φορτία για το σιδεράδικό του, μαζί με τα’ αποφάγια για τα ζωντανά του.

-Παράτα με, ρε αστυνόμε, βλέπεις εσύ κάνα άλλο τρόπο να ταΐσω τα ζωντανά μου; του απαντούσε αυτός με θυμό, ενώ οι τρίχες από τα μουστάκια και τα φρύδια ανασηκώνονταν σα μπατανόβουρτσες.

Ο δεύτερος άνθρωπος που δεν κατάφερε να επιβάλλει ο Χρηστάκης τη διέλευση της φοράδας του από την παραλία ήταν ο μπάρμπα Νικόλας ο Ντρούγκας, που είχε την παλιά ταβέρνα στην αρχή του Συνοικισμού και μετά τη λειτούργησε ο  «Ζορμπάς».

Σιγά μη χαμπάριζε από  τέτοιες απαγορεύσεις ο γέρο-Ντρούγκας. Καβάλαγε τη φοράδα του και ξαμολιόταν στην αγορά για ψώνια. Μια μέρα όμως, εκεί που έπινε το ουζάκι του, κάτω από την κληματαριά και κάπνιζε ήρεμος το ναργιλέ του, γιατί είχε και ναργιλέ ο Μπάρμπα-Νικόλας, να ‘σου και μπαίνει στην αυλή ο αστυνόμος. Θέλοντας να πειράξει το γέρο ταβερνιάρη του είπε με αυστηρό ύφος.

-Ντρούγκα, άλλη φορά να μην ξαναπεράσεις με τη φοράδα σου από τη παραλία, γιατί θα σου κόψω τα πόδια.

Ο Μπάρμπα-Νικόλας βγάζοντας το μαρκούτσι του ναργιλέ από το στόμα, του απάντησε με οργισμένο ύφος, έτοιμος να εκραγεί:

-Δεν μας κατουράς ρε Χρηστάκη. Να ‘ρθεις εσύ ρε κουβαρντά να τα κουβαλάς στην πλάτη τα πράγματα για το μαγαζί μου κάθε μέρα. Ο Χρηστάκης τον χάζεψε λίγο κι έφυγε χαμογελώντας κατά τον Πόρο. Τέτοιος ήταν ο Μπάρμπα Νικόλας. Δεν έβαζε νερό στο κρασί του.

Σιγά-σιγά τα αγαθά αυτά τετράποδα αντικαταστάθηκαν από τα μηχανάκια και τα αυτοκίνητα και σήμερα πια μόνο σπάνια θα δεις κανά γαϊδουράκι στο νησί, να το δείχνεις σαν αξιοπερίεργο στα παιδιά, για να γνωρίσουνε κι αυτά τα μεταφορικά μέσα των πατεράδων τους.-

Σχετικές πληροφορίες μου έδωσαν ο παλιός δήμαρχος και φίλος μου, ο συχωρεμένος Στέλιος Σολομωνίδης και ο παλιός Ποριώτης και καπετάνιος και φίλος μου Δημήτρης Θ. Μαγκλάρας.

 

Πόρος, Αύγουστος του 1990

 




Σχολιάστε