Είσαι αυτό που γράφεις ή γράφεις αυτό που είσαι;



Γράφει η Κατερίνα Ανδρέου

Ή μήπως γράφεις αυτό που θέλεις να είσαι, να συμβαίνει, να υπάρχει.
Γιατί αν δεν το γράψεις δεν υπάρχει, scripta manent, verba volant.
Ή μήπως έτσι δίνουμε στα έπεα τα πτερόεντα πολύ αέρα να κυκλοφορούν ασυνάρτητα και χωρίς μέτρο, ενώ ο λόγος υποτίθεται ότι έχει τιμή από μόνος του, κι ας μη γραφεί.
Υπερτιμημένα τα scripta. Ο καθένας μας ανεβάζει την σαχλαμάρα του στο τάδε ιστολόγιο.

Τελικά, μάλλον γράφεις για να υπάρχεις. Είναι μια διαδικασία αυτοελέγχου και αυτοεπιβεβαίωσης, περίπου όπως τσιμπάς το χέρι σου να δεις αν ονειρεύεσαι.

Για παράδειγμα, δεν συμβαίνει το ίδιο όταν τρέχεις ή όταν κολυμπάς, όταν πίνεις ή όταν γελάς. Σε αυτές τις φάσεις είναι σίγουρο ότι αντλώ μεγαλύτερη ευχαρίστηση από την δραστηριότητα καθαυτή, αλλά το βίωμα είναι αμφισβητούμενο, ενώ με το γράψιμο αυτοελέγχω και αυτοεπιβεβαιώνω το … αυτονόητο της ύπαρξης.

Και ευτυχώς που εκείνο το άστοχο, άκαιρο, άκυρο, εξευτελιστικό, που στιγμιαία θα πεις δεν σε ακολουθεί παντού -εκτός αν είσαι τόσο άτυχος που βρεθεί μπροστά κανας δικός και μείνει στην αιωνιότητα ως ανέκδοτο μεταξύ φίλων! Εκεί βέβαια γελάμε και το ξορκίζουμε. Ενώ όταν κάθεσαι να τα γράψεις ωραία και καλά, έχεις όλο το περιθώριο εξωραϊσμού και βελτίωσης.

Οπότε, πόσο αυθεντικό είναι τελικά αυτό που γράφεται, εφόσον η ίδια η διαδικασία εμπεριέχει την διαδικασία ελέγχου για αποφυγή της κακοτοπιάς.

Θα κάνω ένα πείραμα.

Την Παρασκευή παραλαμβάνοντας την κόρη από το νηπιαγωγείο, λέει η δασκάλα τη Δευτέρα τα παραλαμβάνετε στις δέκα. Της λέω, γιατί τι είναι τη Δευτέρα; Απαντάει, Πολυτεχνείο. Πεθαίνω στη συνειδητοποίηση της μικροαστικής μου ξεφτίλας, δεν το αντέχει μέσα μου ο φοιτητής εαυτός που σκίστηκε να ανεβοκατεβαίνει σε πορείες, να ξενυχτάει σε ολομέλειες για το άσυλο, να περιφρουρεί εκθέσεις και τραπεζάκια στην Πατησίων, να γράφει εισηγήσεις σε συνέδρια για τον τρόπο εορτασμού της επετείου …

Λοιπόν το έγραψα.

Θα μπορούσα να μην το ‘γραφα, και να το χα μόνο πει. Έτσι, φευγαλέα, δίπλα σε ένα μάτσο αδιάφορα νηπιάκια που έπαιζαν με τα ζωγραφισμένα ντενεκεδάκια τους, και με μόνο ουσιαστικό αποδέκτη της ξεφτίλας τη δασκάλα, ε δεν θα ήταν και τόσο τραγικό.
Δεν άντεξα όμως να μην το γράψω. Τα χειροτέρεψα τα πράγματα, επειδή scripta manent; Όοοοοχι. Βρήκα χώρο και χρόνο να βελτιώσω και να εξωραΐσω. Κάνοντας τα verba scripta, βρήκα την ευκαιρία να χώσω παραδίπλα και το σχολιάκι για την ξεφτίλα που ένιωσα και για το πόσο με έκαιγε παλιά το ζήτημα. Έτσι σώθηκε (μερικώς) η ξεφτίλα.

Άσε που αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστι αμαρτία. Αχά, να ένας ακόμα λόγος που γράφουμε λοιπόν. Για να ακυρώσουμε τις «αμαρτίες».

Το πείραμα πέτυχε.

Επιβεβαιώθηκε η υπόθεση ότι οτιδήποτε γράφεται ΔΕΝ είναι αυθόρμητο. Καθοδηγείται από μια ανάγκη, ίσως αυτή της εξομολόγησης, της δυνατότητας εξωραϊσμού και βελτίωσης.

Είναι όμως αυθεντικό; Ε ναι, η αλήθεια θα ήταν πολύ σκληρή να ήταν μια κι έξω. Όχι για να ανατραπεί η αλήθεια της στιγμής του προφορικού λόγου, αλλά για να δοθεί ο απαραίτητος χώρος και χρόνος για την έκφραση όλων των όσων πραγματικά υπάρχουν και προ και πέραν της στιγμής.

Νομίζω πως το γράψιμο είναι τελικά η ταλάντωση την οποία χρειάζεται η ύπαρξη για να αποσβέσει την ένταση της στιγμής. Αποφαίνομαι: Γράφω αυτό που είμαι, για να υπάρξω και προ και πέραν αυτών που είπα και που έζησα.




Comments (9)

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. ΑΡΙΣ ΑΝΤΑΝΗΣ says:

    Πολύ καλό είναι το κείμενο. Είναι αλήθεια ότι κάποιοι συνάνθρωποί μας σκέπτονται ή ακόμα και συσκέπτονται με τον εαυτό τους. Όμως όλο και μειώνονται αυτοί οι άνθρωποι. Αν μπορέσετε και διαβάσετε τα γραμμένα σχόλια σε άλλες αναρτήσεις, όχι μόνο στο Porownews, αλλά και σε άλλα κοινωνικά δίκτυα, αν μπορέσετε και δείτε τι γράφεται γύρω μας και πώς “γράφεται” στην τηλεόραση, αν ανατρέξετε στα γραπτά των εφημερίδων και των περιοδικών και δείτε μόνο τα ορθογραφικά και συντακτικά λάθη των γραφιάδων, αν δείτε τι είδους βιβλία από αυτά που γράγονται “πουλάνε” κιόλας παρα πολλές χιλιάδες αντίτυπα στην φτωχή Ελληνική αγορά, αν δείτε ποιοι είναι Πρόεδροι και πόσα είναι τα γραμμένα μέλη συλλόγων λογοτεχνών και σωματείων γραφιάδων και ποιητών, αν μετρήσετε πόσοι τίτλοι γράφονται και… “εκδίδονται” κάθε μέρα και πόσοι άνθρωποι γράφουν, αν μελετήσετε τους στίχους των τραγουδιών που γράφονται και γίνονται επιτυχίες, τι να πω; Αν αφιερώσετε χρόνο για να τα ψάξετε αυτά, μπορούμε ακόμα να ελπίζουμε. Αν μάλιστα διαβάσετε Μ. Καραγάτση, οι ελπίδες θα τιναχθούν κατακόρυφα στα ύψη.
    <<>>
    Θυμήθηκα και το γνωστό “Τρώμε για να ζούμε ή ζούμε για να τρώμε;”
    Κάτσε τώρα να κάνουμε κι άλλους συνδυασμούς:
    Γράφουμε για να τρώμε ή τρώμε για να γράφουμε;
    Ο Reine Maria Rilke είχε γράψει ότι αν αγαπάς πραγματικά το γράψιμο μπορείς να ζήσεις και χωρίς να γράφεις, και όχι το αντίθετο.
    Και είναι μια μεγάλη αλήθεια αυτό. Γιατί κάθε φορά που τυχαίνει να διαβάσω κι εγώ κάτι καλογραμμένο, με αποθαρρύνει από το να γράφω ο ίδιος. Μετά πάλι, νέο θάρρος μου ξαναδίνει ο συγγραφέας που με το καλό γράψιμό του με είχε απωθήσει από τη γραφή. Είναι σαν να μου λέει: Μη σταματάς να γράφεις. Στην ανάγκη αντίγραψέ με, ακόμα δε και …”κλέψε” με. Κάθε φορά που αντιγράφεις εμένα και όχι άλλον είναι σαν μου στήνεις ένα άγαλμα στο πιο περίοπτο σημείο που εσύ έχεις διαλέξει. Γιατί ακόμα κι αν σου πούνε ότι με έκλεψες, έγω θα καμαρώνω που διάλεξες το δικό μου γραπτό να κλέψεις. Έτσι κι αλλιώς στη γραφή η κλοπή επιτρέπεται μόνο αν συνοδεύεται και από φόνο (βλ για τα κλεμμένα του Σέικσπιρ: Όλοι, μόνο τον κλέφτη θυμούνται, γιατί ήταν και ο φονιάς εκέινων από τους οποίους τα έκλεβε. Ποιος τους θυμάται; Κανείς.)
    Άρα κλέψε με. Δεν με φοβίζεις, αλλά με τιμάς.
    <<>>
    Υποτίθεται ότι αυτό το σχόλιο που έγραψα έχει κάποια συνάφεια με το θέμα που διάλεξε η Κατερίνα Ανδρέου για να γράψει, αυτή τη φορά.
    Υποτίθεται, υποθετικά και καθ’ υπόθεση. Το θέμα “γράψιμο” είναι που με κέντρισε. Γράφω από 5 χρονών παιδάκι. Ό, τι μου κατεβάσει η κούτρα μου το γράφω, το υπογράφω, και το διαβάζω. Αν μή τι άλλο έχω εξασφαλίσει τουλάχιστον έναν αναγνώστη. Εμένα…[]
    ΑΑ

  2. ΑΡΙΣ ΑΝΤΑΝΗΣ says:

    Αγαπητή μας Κατερίνα Ανδρέου,
    Μάλλον αδίκησα το άρθρο, εμμένοντας κυρίως στον τίτλο και σε σημεία συναφή με τον τίτλο, ενώ ενυπάρχει κυρίως το θέμα του Πολυτεχνείου, όπου κάθε 17 Νοεμβρίου, ο καθένας, μαζί με τα σουβλάκια που τσικνίζουν την ατμόσφαιρα, πάει και κολλάει κι ένα ποιηματάκι στα κάγκελα. Και μετά “περατώθηκαν κι εφέτος οι εκδηλώσεις για το Πολυτεχνείο, με την καθιερωμένη πορεία προς την Αμερικανική Πρεσβεία”, αναγγέλει και η εκφωνήτρια στα κανάλια και δείχνει η κάμερα όσους κάδους κάηκαν, κι όσα όνειρα πετάχτηκαν για άλλη μια φορά στους κάδους για να καούν. Ο δικός μου στίχος- έχω κι εγώ δικαίωμα μιας γωνίτσας σε κάποιο κάγκελο, όπως όλοι, και δεν θέλω να αποκαλύψω τους αυστηρά προσωπικούς μου λόγους, γιατί θα παρεξηγηθώ ως… αντιστασιακός- θέλει να καταδείξει ότι μπορεί να καίγονται οι κάδοι, αλλά τα πεταμένα σε αυτούς όνειρα θα παραμένουν, πεταμένα μεν, αλλά άκαα…
    Τους στίχους μου αφιερώνω σε όλους όσους έχουν κάνει μόνοι τους αυτή τη διαδρομή. Κι ειλικρινά, πιστέψτε με, δεν είναι λίγοι. (Το ποίημα που ακολουθεί έχει δημοσιευτεί και στο λογοτεχνικό περιοδικό “Περίπλους”. Το “2020” το πρόσθεσα σήμερα, μπας και κρατήσει λίγο… )

    ά σ υ λ ο…2020

    Μην πας εκεί μαζί με όλους, τράβα μονάχος σου.
    Διάλεξε την αυγινή μιας μέρας γιορτινής, την ώρα
    που κοιμούνται οι χτεσινοί, απ’ την υποχρεωτική
    διασκέδαση. Έφτασες; Θα σταθείς δύο στιγμές, και…

    …από Τοσίτσα θα εισέλθεις και αργά θα προχωράς,
    χωρίς να βιάζεσαι- μη σκιάζεσαι- μέχρι Στουρνάρη.
    Στην κοντινή διαδρομή, παρέα με το βήμα σου,
    θα υποπτεύεσαι το απρόσμενο, να σε παραμονεύει.

    Μια εκκωφαντική ησυχία ολούθε θα εξατμίζεται,
    καθώς θα διακρίνεις το μηδέν να σε περικυκλώνει
    στο κυκλοφοριακό χάος του τίποτα, όπου όλα τ’ άλλα
    θα μοιάζουνε αληθινά κι εσύ θα είσαι ο ψεύτικος.

    Το ανύπαρκτο θα υπερίπταται και θα το εισπνέεις,
    θα ρέει η απόλυτη στεγνότητα και θα σε περιλούζει.
    Απωθείς τα αόριστα, καθώς στριμώχνεσαι σε στίφη
    μοναξιάς, που σ’ εμποδίζουνε να πας πιο γρήγορα,

    γιατί σε κάθε βήμα σου σκοντάφτεις πάνω τους.
    Μη φοβηθείς! Ο τρόμος του απροσδόκητου θα είναι
    η προστασία σου. Ψάξε για ένα σύνθημα μονόλεκτο.
    Το παρασύνθημα είναι η αντήχηση της ίδιας λέξης.

    Με την επίκληση, αυτόματα επέρχεται η λύτρωση,
    με την ηχώ, νιώθεις την κάθαρση να χορηγεί αμνηστία
    στις τύψεις σου. Κι αν λείπει πάλι το ψωμί και η παιδεία,
    για δευτερόλεπτα, θα πλημυράς ελευθερία: Άσυλο! []

    Άρις Αντάνης

  3. Τάσος Γκούμας says:

    Για να είσαι αυτό που γράφεις πρέπει πρώτα να ξέρεις τι είσαι. Δηλ. ‘’Γνώθι σ’ αυτόν’’, και να το αποτυπώνεις σωστά στο γραπτό. Εκτός και αν δεν έχεις την αυτοεκτίμηση να παραδέχεσαι το τι είσαι και προβάλεις, μέσω του γραπτού, μια εικόνα που επιθυμείς, συνήθως για κακόβουλους, σκοπούς.
    Για να γράψεις αυτό που είσαι ισχύουν τα πιο πάνω με πρόσθετο, να είσαι ειλικρινής.

  4. ΑΝΤΑΝΗΣ says:

    @ Τάσος Γκούμας

    Αγάπησα τις λέξεις

    Έχω αγαπήσει τις λέξεις
    που έγραψα για σένα,
    πολύ πιο πολύ κι από εσένα,
    που μου έδωσες την εμπνοή,
    για να σου τις γράψω.
    Και μη ξεχνάς, φίλε,
    πόσο έχω αγαπήσει εσένα![]

    Α. Αντάνης
    (Από τη νέα συλλογή «Άσυλο- Σχεδόν… ποίηση)

  5. Παναγιώτης Γ. Ανδρέου says:

    Καλημέρα, Παραμονή 17ης Νοεμβρίου 2019.

    «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος». Δανείζομαι τη γνωστή βιβλική φράση, για να τονίσω ότι η προφορική ή γραπτή μορφή μιας ομιλίας ή κειμένου, αντίστοιχα, έχει και εμπεριέχει τον λόγο της. Την αιτία, δηλαδή, και το περιεχόμενο του σημαίνοντος και του σημαινομένου. Με άλλα λόγια, αν έχω να πω ή να γράψω κάτι και πώς ή πόσο θα το εκφράσω ή θα το αποδώσω. Άρα και αναπόδραστα: «Ἤ λέγε τι σιγῆς κρεῖττον ἤ σιγὴν ἔχε», (Μένανδρος).

    Το ερώτημα, με βάση τα παραπάνω, δεν είναι ο προσδιορισμός της σχέσης μου με όσα γράφω και αντίστροφα, αλλά της ανταπόκρισης στις απαιτήσεις της κοινωνίας και επικοινωνίας ενός έλλογου πομπού με έλλογους δέκτες. Δηλαδή, απλά και δεδομένα, είμαι Λόγος (λογική σκέψη, έννοιες) και γίνομαι Λόγια (λεκτική διατύπωση, φράσεις). Βέβαια, ανάλογη διαδρομή υπάρχει και στις άλλες μορφές έκφρασης της ανθρώπινης εσωτερικότητας (χρώματα για τη ζωγραφική, ήχοι για τη μουσική, κίνηση για τον χορό κ.ά.).

    Τελικά, ο καθένας λέει ή γράφει κάτι, γιατί έτσι επικοινωνεί. Η σημασία και η βαρύτητα των λεγομένων ή γραφομένων («… την σαχλαμάρα του…») προσδιορίζεται από τον δέκτη, ακροατή ή αναγνώστη. Γιατί, ισχύει ως απαράβατος κανόνας η διαπίστωση ότι, όταν ένα έργο φύγει από τα χέρια του δημιουργού του, έχει δική του, ανεξάρτητη πορεία.

    Και που ’σαι; (Σαφής προσπάθεια συγκερασμού προφορικής έκφρασης στο «επιμελημένο» γραπτό). Εκτός από την ομιλία ή τη γραφή, υπάρχει και η σιωπή. Ο ποιητής το είπε:
    «Κάπου κάπου η σιωπή δίχως τίποτε να πει, πολλά λέει.
    Όπως, κάποτε το γέλιο φαίνεται πως είναι γέλιο, κι όμως κλαίει».

    «Αγωνιστικούς» χαιρετισμούς. (Τα εισαγωγικά για να σκεφτούμε τη σχέση σημαίνοντος – σημαινομένου).

    ΥΓ: Κε Κανατσίδη, λίγα bytes ακόμα. Σκόπιμα κάνω υπαινικτική αναφορά στο θέμα του «εορτασμού» του Πολυτεχνείου. Η αργία ή ημιαργία ήταν χθες. Και για όσους απορούσαν, γιατί δεν σχολίασα …

  6. ΑΝΤΑΝΗΣ says:

    @ Παναγιώτης Γ. Ανδρέου

    Μας βάζεις δύσκολα, δάσκαλε.
    Άρις

  7. τασος Γκούμας says:

    Παναγιώτη, τα γραπτά σου λαβή για σκέψη. Ευχάριστα.

  8. ΑΡΙΣΤ. ΠΑΝ. ΑΝΤΑΝΗΣ says:

    Παναγιώτη, επίσης “τροφή”- όχι λαβή – για σκέψη σού προσφέρει ο φίλος μου ο Τάσος και με το άρθρο του, “περί Αγροτικής Ανάπτυξης”, σε άλλη στήλη.
    <<>>
    Τώρα βέβαια θα έχει δίκιο η Κα Κατερίνα Ανδρέου, να αναρωτιέται, τι σχέση έχουν όλα αυτά τα σχόλια, με το κείμενό της, με το οποίο συσκέπτεται “φωναχτά” με τον εαυτό της;
    Το μόνο που θα μπορούσα να φέρω ως δικαιολογία είναι ότι συμφωνούμε με τον σκεπτισκισμό της: Είσαι αυτό που γράφεις ή γράφεις αυτό που είσαι; Αυτή είναι “τροφή” -όχι λαβή- για σκέψη.
    <<>>
    Στο διήγημά μου “Βήματα” υπάρχει μια απάντηση. Ότι το μόνο απόλυτο είναι πως δεν υπάρχει απόλυτο. Και κάθε ζήτημα, θετικό ή αρνητικό εξαρτάται από την θέση σου στο χώρο και στο χρόνο. Πιο απλά, τίποτα δεν είναι θέσφατο. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να γράφει – μια και μιλάμε για γράψιμο- άλλα πράγματα σήμερα, άλλα αύριο, για το ίδιο θέμα.
    Το ίδιο πρέπει να ισχύει και με τις ιδεολογίες. Είναι δυνατόν ένας λογικός άνθρωπος πχ να είναι κολλημένος σε μια ιδεολογία, βρέξει- χιονίσει; Ειδικά όταν κάθε πολιτικο-κοινωνικο-οικονομική θεωρία που έχουμε διδαχθεί, στέκει ως ορθή 100% από μόνη της, μέχρι τη στιγμή που θα μεταβούμε, από τη μελέτη της, στη μελέτη μιας άλλης, που κι αυτή θα είναι ορθή, μέχρι να πάμε παρακάτω. Φυσικά, σε μερικά πράγματα ισχύουν τα λεγόμενα “αξιώματα”, δηλαδή αυταπόδεικτα δεδομένα, που δεν σηκώνουν αμφισβήτηση. Στα αξιώματα αυτά δεν ανήκουν τα κόμματα, φυσικά ούτε οι γρανίτινες “πεποιθήσεις”, δηλαδή τα παιδικά μας βιώματα.
    <<>>
    ΑΣΧΕΤΟ
    Πάντως μια και μιλάμε για τροφή, και για να γίνουμε και κάπως χρήσιμοι και πρακτικοί, και αφού έχουμε και καθηγητή στην παρέα,το αγαπητό Παναγιώτη Ανδρέου, αλλά και φίλους με θυγατέρες και εγγόνες, βρίσκω την ευκαιρία να επισημάνω ένα φρικτό γραμματικό λάθος που γίνεται, ακόμα και από φιλόλογους αλλά και καθηγητές Πανεπιστημίου, οι οποίοι όταν απαγγέλουν το γνωστό στιχάκι στα γενέθλια των κοριτσιών τους, προς χάρη της ομοιοκαταληξίας του στιχακίου, δεν έχουν ενοχληθεί από το λάθος αυτό, που θα μπορούσε να διορθωθεί άνετα, αν δεν έμεναν μόνο στο τυπικό μέρος κι εννούσαν το τι εύχονται στο κορίτσι που γιορτάζει γενέθλια.
    ΤΟ ΛΑΘΟΣ (Παράδειγμα)
    Να ζήσεις Μαρία και χρόνια πολλά,
    μεγάλη να γίνεις με άσπρα μαλλιά,
    στον κόσμο να δίνεις της γνώσης το φως
    και όλοι να λένε, να! μία… σοφός.
    Δηλαδή το τριγενές επίθετο, ο σοφός, η σοφή, το σοφό(ν), χρόνια τώρα το έχουμε κάνει διγενές, δηλαδή ο, η σοφός, το σοφό(ν). (Δεν παίζει κανένα ρόλο το γεγονός ότι έχει πλέον ουσιαστικοποιηθεί).
    Η ΛΥΣΗ (Παράδειγμα)
    Να ζήσεις Μαρία και χρόνια πολλά,
    μεγάλη να γίνεις, με άσπρα μαλλιά,
    στον κόσμο να δίνεις της γνώσης τροφή
    και όλοι να λένε να! μία σοφή.

    Δίνω κι εγώ …τροφή για συζήτηση, με φίλους για χάρη της ανάγκης για επικοινωνία που έχουμε όλοι μας. Γι αυτό γράφουμε άλλωστε…
    Άρις

  9. Παναγιώτης Γ. Ανδρέου says:

    Καλημέρα, ξανά.

    Τα όσα έχουν προηγηθεί, ως σχόλια, έχουν αφετηρία και χώρο ανάπτυξης το αρχικό κείμενο της Κατερίνας («ανήψι», θεωρώ κατανοητή και ανεκτή την έκφραση της οικειότητας). Προσωπικά, με ενθουσιάζει να ασχολούμαι με το πνευματικό έργο ενός νέου ανθρώπου, που δείχνει την προσπάθεια και την επιδίωξη να ξεπεράσει τη διαβρωτική επίδραση της συνήθειας και της παραίτησης. Πολύ περισσότερο, όταν συνοδεύει και συνοδεύεται από την ευαίσθητη, την ξεκάθαρη και την ανυπόκριτη τοποθέτησή του σε θέματα αιχμής της εποχής μας (φύση, οικογένεια, επικοινωνία κ.ά.). Μια τρανή απόδειξη ότι, εμείς οι παλιότεροι, αδικούμε τους νεότερους «τσουβαλιάζοντάς» τους με κρίσεις αυστηρότητας και αυθεντίας.

    Επανέρχομαι, θέλοντας να επισημάνω την άρρηκτη σχέση, κατά τη γνώμη μου, προφορικού και γραπτού λόγου, ως μορφών μιας ενιαίας επιδίωξης έκφρασης μέσα από κοπιαστική και συστηματική προσπάθεια διατύπωσης ιδεών και αντιλήψεων, όρων διαλόγου και συνεννόησης. (Άρι, ως «σκαφτιάς» σε αυτό το «λαγούμι», γνωρίζεις τη δυσκολία. Τάσο, παράλληλα, κι εσύ βιώνεις πόσα «κότσια» θέλει να σκέφτεσαι μέσα σε συνθήκες «ρινοκερίτιδας» / δουλεύω, σχετικά, το θέμα του Ιονέσκο, γι’ αυτό μου έρχεται αβίαστα η διαπίστωση).

    Με την ευκαιρία, παραθέτω τρεις σκέψεις, σχετικές με το θέμα (αγαπητό POROSNEWS, χωρίς ΥΓ):
    1. Αν η φωτιά και ο τροχός αποτέλεσαν τα βασικά στηρίγματα του ανθρώπου για να «σηκωθεί», η γραφή και η ομιλία (τα πρώτα σχέδια στις σπηλιές και οι φθόγγοι) ήταν η δύναμη για να «σταθεί». Και για να φτάσουμε στο σήμερα, αυτά τα ίδια είναι, πιθανόν, τα τελευταία που θα μπορέσει να δημιουργήσει η τεχνητή νοημοσύνη (όχι να αντιγράψει, γιατί κάτι τέτοιο έχει, ήδη, καταφέρει. Ενδιαφέρον για το θέμα είναι το βιβλίο του Antoine Bello, Άντα, εκδ. Πόλις).
    2. Ο Σωκράτης και ο Χριστός δεν γράψανε ούτε λέξη, αλλά η διδασκαλία τους ήταν σαγηνευτική και ανατρεπτική (αυτό, ίσως, ερμηνεύει το τέλος τους). Το συγγραφικό έργο του Πλάτωνα και των Ευαγγελιστών, ευτυχώς, τη διέσωσαν και, αρνητικά ή θετικά, αποτέλεσε άξονα προσέγγισης και επεξεργασίας ιδεών και αξιών, δηλαδή πολιτισμού.
    3. Η γραφή, η ομιλία και η σκέψη του ανθρώπου στηρίζεται, εκτός από τις πνευματικές του δεξιότητες και στην υλική δομή και λειτουργία του. Τα δάκτυλά του, ο λάρυγγάς του και ο εγκέφαλός του, αντίστοιχα και στην εξέλιξή τους, εξασφάλισαν τις δυνατότητες να κάνει τις συγκεκριμένες δεξιότητες έργο (ομιλία, τραγούδι, λογοτεχνία κ.α.). Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αν διέθετε τα ίδια υλικά χαρακτηριστικά που έχει π.χ. ένα πτηνό (να φανταστούμε, δηλαδή, έναν κόκορα να επιχειρεί να εμπνευστεί, να μιλήσει και να γράψει).

    Άρα, ο άνθρωπος, μοναδικά και ανεπανάληπτα, λέει και γράφει «… τις σαχλαμάρες του… ». Αυτά, ας πούμε, που μόλις διαβάσατε…

    Βλέπεις, Κατερίνα,: Οι σκέψεις βρίσκουν διέξοδο στα λόγια.
    Έτσι, η σκέψη, ως Λόγος, ελαφραίνει.
    Έτσι, ο Λόγος γίνεται ελαφρύς.
    Όχι αλαφροΐσκιωτος.

Σχολιάστε