Γιώργος Αθανασίου: Αφιερωμένο στους Ποριώτες πρόσφυγες, πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς



 xortonΓράφει ο Γιώργος Αθανασίου

Αυτές τις μέρες συμπληρώθηκαν 92 χρόνια από τις αποφράδες ημέρες της καταστροφής της Σμύρνης, αλλά συγχρόνως και όλου του Ελληνισμού της Ιωνίας. Του Ελληνισμού που διατήρησε για αιώνες την καθαρότητα της φυλής.

Η ιστορία της καταστροφής της Ιωνίας και όλης της Μικρά Ασίας φέρνει στη μνήμη όλων μας την αιώνια κατάρα που μας κατέχει σαν έθνος και τον ανά τους αιώνες διχασμό που μας κυριεύει κατά διαστήματα, τις πιο κρίσιμες στιγμές Γιατί σε αυτή τη χώρα τα παθήματα του έθνους, που είναι πολλαπλά και επαναλαμβανόμενα, δεν έγιναν μαθήματα για τις επόμενες γενεές.

Μέσα από τις ανθρώπινες τραγωδίες, ανά τους αιώνες πάντοτε θα προβάλουν άνθρωποι που με την δύναμη του χαρακτήρα τους, την δύναμη της ψυχής τους και τον αυθορμητισμό τους θα ξεχωρίζουν και θα κατατάσσονται στο πάνθεον εκείνο που οι άνθρωποι θα μιλούν γι αυτούς με σεβασμό και εκτίμηση.

Ένας από αυτούς υπήρξε και ο George Horton, Γενικός Πρόξενος των Η.Π. στην Σμύρνη, κατά την περίοδο των θλιβερών γεγονότων του 1922.

Για να αναφερθεί κάποιος στην ζωή και το έργο του G.Horton θα μπορούσε να γράψει ολόκληρο βιβλίο. Εδώ απλώς θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τον ποιητή, συγγραφέα αλλά και διπλωμάτη Horton o οποίος υπήρξε μία εξέχουσα φυσιογνωμία, αλλά κυρίως υπήρξε και ένας ένθερμος φιλέλληνας και έγραψε πολλά βιβλία, τα περισσότερα των οποίων αναφέρονται σε Ελληνικά θέματα, ενώ δύο από αυτά εκτυλίσσονται και στον Πόρο και μάλιστα το ένα εξ αυτών γράφτηκε στα Ελληνικά.

Γεννήθηκε στο Φαίρβιλλ της Ν.Υόρκης στις 11 Οκτωβρίου 1860.

Σε ηλικία 18 ετών παίρνει πτυχίο της φιλοσοφίας και ασχολείται με την δημοσιογραφία. Το 1893 ο πρόεδρος των Η.Π.Α. του προτείνει να αναλάβει πρόξενος στην Αθήνα ή το Βερολίνο. Ο Horton ελληνολάτρης θαυμαστής της κλασσικής Ελλάδας διαλέγει την Αθήνα. Το όνειρό του αρχίζει και γίνεται πραγματικότητα. Η μικρή και άσημη Αθήνα του 1893 γοητεύει τον νεαρό διπλωμάτη.

Στα τέλη του 1898 επιστρέφει στην πατρίδα του κουβαλώντας μαζί του και τις καλύτερες αναμνήσεις της ζωής τους. Το 1903 ο πρόεδρος Θ. Ρούζβελτ τον επανατοποθετεί σαν Γενικό Πρόξενο ξανά στην Αθήνα.Το 1909 παντρεύετε την Αικατερίνη Σακοπούλου με την οποία απέκτησαν μία κόρη, την Νάνσυ.

Τα 1910-1911 μετατίθεται σαν Γ.Πρόξενος στην υπόδουλη ακόμα Θεσσαλονίκη. Ενώ έως το 1917 τοποθετείτε ως Γ.Πρόξενος στην Σμύρνη. «Μέκκα των φιλοδοξιών του» χαρακτήρισε ο ίδιος την τοποθέτησή του αυτή. Λόγω της εμπόλεμης κατάστασης με την Τουρκία και του Α. Παγκοσμίου πολέμου του είχανε ανατεθεί να εκπροσωπεί παράλληλα τα συμφέροντα και των εμπολέμων χωρών, όπως της Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Ρωσίας και άλλων. Με την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο φεύγει από την Σμύρνη και βρίσκετε ξανά στην ελεύθερη πλέον Θεσσαλονίκη μέχρι το 1919.

Για την διπλωματική του δραστηριότητα της εποχής εκείνης, του έγινε γενική αναγνώριση και από την πατρίδα του, της οποίας θα πρέπει να πούμε ότι υπηρέτησε

 

 

 

 

 

 

πάντοτε πιστά τα συμφέροντά της, ώστε να παραμείνει σαν υπόδειγμα προξένου, αλλά και τους συμμάχους Αγγλογάλλους. Η Ελλάδα τον τίμησε με το ανώτατο παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρος, ενώ από το Βατικανό τιμήθηκε με τον Παπικό τίτλο του Ιππότη του Τάγματος Γρηγορίου του Μεγάλου. Τον Μάιο του 1919 επανατοποθετείτε στη Σμύρνη και μένει εκεί σαν Γ. Πρόξενος μέχρι του 1922. Ζει από πολύ κοντά το κατατρεγμό και τον όλεθρο των Μικρασιατικών χριστιανικών πληθυσμών « Ήταν πολύ οδυνηρό για μένα, γράφει, να βρεθώ σε καθημερινή επαφή με εξαθλιωμένους κατοίκους της Μ. Ασίας τους οποίους είχα γνωρίσει πριν από τόσο λίγο καιρό σαν αυτάρκης και εύπορους».

Με την προσωπική του παρέμβαση κατορθώνει μόνος αυτός από όλους τους άλλους προξένους των μεγάλων δυνάμεων της Σμύρνης να σώσει πολλές χιλιάδες καταδιωκόμενων και υποχωρούντων Ελλήνων στρατιωτών και πολιτών από βέβαιο θάνατο και με δικές του ενέργειες με εκπληκτικά και απίθανα μερικές φορές τεχνάσματα κατορθώνει να φτάσει στον σκοπό του, δηλαδή την διάσωση των χριστιανών.

Ενώ παρ’ όλες τις προσπάθειές του δεν μπόρεσε να σώσει τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο, ο οποίος ηρνείτο να εγκαταλείψει το ποίμνιό του και  για τον οποίο θα γράψει. « Έτσι που καθόταν εκειδά μέσα στο Προξενικό γραφείο, η σκιά του θανάτου του που πλησίαζε σκέπαζε το πρόσωπό του. Δύο φορές τουλάχιστον στην ζωή μου έχω δει την σκιά αυτή επάνω σε ανθρώπινο πρόσωπο και ήξερα πως ο άνθρωπος επρόκειτο να πεθάνει γρήγορα» και συμπληρώνει: «Πέθανε σαν μάρτυρας και αξίζει να του απονεμηθούν ύψιστες τιμές από την Ελληνική εκκλησία και την Ελληνική κυβέρνηση».

Ο Horton είναι η ζωντανή φωνή που μας μετέφερε τον πόνο, την δυστυχία και την καταστροφή του Ελληνισμού της Μ. Ασίας. Είναι η φωνή που καυτηρίασε τα σφάλματα της πολιτικής εκείνης της εποχής. Είναι ο άνθρωπος που κατέκρινε παντού και πάντοτε με όλη την δύναμη της φωνής του την συνθήκη της Λωζάννης σαν άστοχη και άδικη και υπήρξε μάλιστα ο ίδιος μέλος της επιτροπής που είχε συσταθεί για την καταπολέμησή της.

Το 1923-24 διατέλεσε Γ. Πρόξενος στην Βουδαπέστη και στη συνέχεια επέστρεψε στις Η.Π., όπου μετά από ένα χρόνο, στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, αναγκάστηκε να παραιτηθεί λόγω της συνεχιζόμενης Τουρκόφιλης πολιτικής του Αμερικανού Αρμοστή στην Κωνσταντινούπολη ναυάρχου Μάρκ Μπρίστολ, ο οποίος επηρέαζε με τις εκθέσεις του το Υπουργείο Εξωτερικών και ο οποίος ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την αδιάφορη και φιλοτουρκική στάση των Αμερικανών αλλά και των λοιπών Ευρωπαϊκών χωρών.

Ελεύθερος πλέον από υποχρεώσεις και δεσμεύσεις συγκεντρώνει χρήματα για τους πρόσφυγες, αλλά πάνω απ’ όλα γράφει και αυτό πιστεύω ήτανε η μεγαλύτερη προσφορά του G. Horton, γιατί για να εξιστορήσει κανείς τα φρικτά αυτά γεγονότα και μάλιστα υψηλόβαθμο στέλεχος της κυβέρνησης της εποχής αυτής, ήθελε τόλμη και αρετή.

Το ιστορικό και κλασσικό πλέον βιβλίο του «The blight of Asia»( Η κατάρα της Ασίας) και με υπότιτλο «Η αληθινή ιστορία της πυρπόλησης της Σμύρνης, μαζί με μια έκθεση της συστηματικής εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών από τους

 

 

 

 

 

 

 

 

Μωαμεθανούς και της ενοχής ορισμένων Μεγάλων Δυνάμεων» όπου εξιστορεί όλα τα δραματικά γεγονότα των τελευταίων ημερών του Ελληνισμού στην Μ. Ασία, την χαμένη Ιωνία της αρχαιότητας, δημιούργησε πολλά σχόλια μέσα στους διπλωματικούς κύκλους από τους οποίους και επικρίθηκε, γιατί τόλμησε μέσα από το βιβλίο του να βγάλει την κραυγή εκατομμυρίων ανθρώπων για την εγκληματική αστοργία αλλά και το ξεπούλημά τους, στα συμφέροντα του Ευρωπαϊκού καπιταλισμού και την εκδικητική μανία των Οθωμανών Τούρκων.

Και όπως αναφέρει ο ίδιος «Η τελευταία θέα της δύσμοιρης πόλεως Σμύρνης την χαραυγή εκείνη ήταν τεράστια σύννεφα που ολοένα μεγάλωναν και κατέβαιναν προς τον λιμένα. Μια στενή λωρίδα παραλίας κατειλημμένη από μια μεγάλη μάζα ανθρώπων, ένα πλήθος που ολοένα μεγάλωνε έχοντας πίσω του την φωτιά και μπροστά του την θάλασσα και ένας ισχυρότατος στόλος διασυμμαχικών πολεμικών πλοίων, ανάμεσα στα οποία υπήρχαν 2 αμερικανικά αντιτορπιλικά αγκυροβολημένα σε μικρή απόσταση από την προκυμαία που παρακολουθούσαν».

Και αλλού θα συμπληρώσει « Και αυτή η παρουσία των πολεμικών εκείνων στον λιμένα της Σμύρνης στο σωτήριο έτος 1922 που παρακολουθούσαν άπρακτα την τελευταία μεγάλη σκηνή της τραγωδίας των Χριστιανών της Τουρκίας ήταν το θλιβερότερο και σημαντικότερο χαρακτηριστικό της όλης εικόνας».

Το ένα εκ των δύο αντιτορπιλικών  ήτανε το Litchfield στο οποίο ο Horton επιβιβάστει, όταν άγημά του, με διαταγή του κυβερνήτη του J. Hepburn, τον απομάκρυνε σχεδόν διά της βίας, από το φλεγόμενο κτίριο του Προξενείου, ενώ αυτός προσπαθούσε ως την τελευταία στιγμή να σώσει τους συνανθρώπους του.

Η στιγμή ήτανε η πιο επώδυνη για τον Horton. Ανέβηκε με δυσκολία την κρεμαστή σκάλα του αντιτορπιλικού και γυρίζοντας να αντικρύσει την φλεγόμενη πόλη που τόσο αγαπούσε, κάνει την τραγικότερη διαπίστωση που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος, αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά το μεγαλείο της ψυχής του και τον αδαμάντινων του χαρακτήρα του «Ένα από τα δυνατότερα συναισθήματα που πήρα μαζί μου από την Σμύρνη ήταν το συναίσθημα της ντροπής» και είπε την φράση που θα μείνει και θα χαρακτηρίζει τον άνδρα:

«ντρέπομαι που ανήκω στην ανθρώπινη φυλή».

 

Η αναφορά μου μου αυτή είναι μέρος από την ομιλία μου στην εκδήλωση που οργάνωσε,  στις 15 Σεπτεμβρίου  2005, ο Δήμος Πόρου επί Σπύρου Σπυρίδωνα,  προς τιμή του Γεωργίου Χόρτον, τιμώντας τον μεταθάνατο, στο πρόσωπο της κόρης του Νάνσυ Χόρτον και τίμησε παράλληλα τους επιζόντας Μικρασιάτες Πρόσφυγες.

Γιώργος Αθανασίου

Ιστορικός ερευνητής

 




Σχολιάστε