Αυγουστιάτικο βράδυ στην Καλαυρία



12 καλοκαιρινά διηγήματα

Το «Ανοιχτό Βιβλίο», για τρίτη συνεχή χρονιά, στεγάζει στις σελίδες του πρωτότυπα καλοκαιρινά διηγήματα. Δώδεκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες.

Με άλλα λόγια, έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους τη θερινή εμπειρία και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, παιγνιώδη, ενδοσκοπικά, ανατρεπτικά ή αναστοχαστικά που θα μας συντροφεύουν όλο το φετινό καλοκαίρι. Αλλη μια φορά το «Ανοιχτό Βιβλίο», εκτός από κριτική πυξίδα, προσφέρει και λογοτεχνική απόλαυση.

Mετά τους Α. Παπαντώνη, Δ. Παπαμάρκο, Μ. Ξυλούρη, Ν. Σεβαστάκη, Ν. Μάντη και Δ. Κούρτοβικ συνεχίζει ο Αλέξης Πανσέληνος.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

≈≈≈≈≈≈≈≈

Παράξενα δουλεύει το μυαλό. Ξεχνώ πόσο ευτυχισμένος ήμουν πέρσι τέτοιον καιρό και θυμάμαι τη γλυκόπικρη γεύση εκείνου του καλοκαιριού, χρόνια πίσω. Ηταν οι αισθήσεις μας πιο ευαίσθητες τότε; Ηταν καινούργια η ζωή και οι εντυπώσεις χάραζαν πιο βαθιά στο μαλακό κερί της; Ή έμοιαζαν όλοι οι άλλοι μεγαλύτεροι από το κανονικό τους μέγεθος;

Είχα πάρει το καράβι από τον Πειραιά πρωί, δυο τρία ρούχα χωμένα σε μια ταξιδιωτική τσάντα με λιωμένα τα χερούλια από τη χρήση, φορούσα τα πράσινα Ray-Βan που πίστευα πως με κολακεύαν και πάνινες εσπαντρίγες σε χρώμα μπεζ, με το καινούργιο σκοινί στους πάτους να σημαδεύει ανάγλυφα στα πέλματά μου και κάθε μου βήμα ήταν μια ανεπαίσθητα μειούμενη ενόχληση που, στο τέλος του ταξιδιού, θα είχε ξεχαστεί ολότελα.

Και είμαι στο καράβι που λεγόταν «Πορτοκαλής Ηλιος» και το καράβι φεύγει, φεύγει η αποβάθρα, απομακρύνονται αργά τα σημάδια της στεριάς, Ρολόι, Αγιος Σπυρίδωνας, τέντες των παραλιακών μαγαζιών που τώρα από τους λιμενοβραχίονες φαίνονται σαν ψιλό μωσαϊκό.

Η θάλασσα γύρω ζωντανεύει, το νεκρό λιμανίσιο χρώμα δίνει τη θέση του σε μια θάλασσα πρώτα πράσινη, έπειτα μπλε κι έπειτα μαύρη σχεδόν, που ο ήλιος τη χτυπά αλύπητα και η πρώρα του βαποριού τη σκίζει και τη σπρώχνει βιαστικά πέρα αφρίζοντας. Ο ήχος του αέρα στα αυτιά μου και άλλο τίποτα.

Περνούν ώρες ατέλειωτες –έτσι μοιάζει αλλά δεν είναι– ίσαμε να φανούν και πάλι οι στεριές, πότε στ’ αριστερά, πότε στα δεξιά. Επειτα, στο τέλος του ταξιδιού, ο «Πορτοκαλής Ηλιος» γλιστράει ανάμεσα σε έρημα υψώματα, στολισμένα με την άγρια βλάστηση των θάμνων και των χαμόδεντρων που ευδοκιμούν στην πέτρα.

Μια ακόμα στροφή αριστερά, η προπέλα κάνει καμπύλη τη λευκή γραμμή της και εγώ γερμένος στην κουπαστή αντικρίζω το θέαμα του νησιού που με προσμένει, το θέαμα που ποτέ δεν θα ξεχάσω. Τον βράχο με τα σπίτια σκαλωμένα επάνω του και το ρολόι της εκκλησιάς κατάκορφα, τα γλαροπούλια να χαράζουν τον ουρανό σε λοξές φέτες, τις βάρκες με τις τέντες να μοιράζουν σκόρπιες δεξιά κι αριστερά τους επιβάτες στις ακτές της Τροιζηνίας και της Καλαυρίας.

Στο λιμάνι με περιμένει ο Στέλιος, με ξεφτισμένη ψάθα στο κεφάλι, ξιπόλυτος, μισόγυμνος και μαύρος απ’ τον ήλιο. «Θα μείνεις σπίτι μου», επιμένει, «ούτε κουβέντα για δωμάτιο έξω, μόλις το ακύρωσα. Εχουμε χώρο εμείς, έφυγαν δυο καλεσμένες του πατέρα μου».

Το σκαφάκι του με την εξωλέμβιο το έχει δέσει πρόχειρα σε μια από τις μεγάλες βάρκες που κάνουν τη συγκοινωνία, και για να το φτάσουμε πρέπει να περάσουμε από αυτήν. Ο βαρκάρης τον ξέρει.

Τον ξέρουν όλοι οι βαρκαραίοι και όλοι οι ντόπιοι και όλοι οι σερβιτόροι και οι λιμενικοί. Είναι ο άτυπος νεαρός πρίγκιπας του νησιού. Τον περιεργάζομαι σχολαστικά όσο οδηγεί τη μηχανή προς τον έρημο ορμίσκο, ίσια μπρος, όπου όσοι λιγοστοί φτάσουνε για κολύμπι, έπειτα λιάζονται κάτω από τη βεράντα αυτού του παλιού αρχοντόσπιτου, που παρακμάζει μαζί με τη γιαγιά του Στέλιου.

Δεν ξέρω γιατί έγινα φίλος μαζί του. Δεν βρίσκω επάνω του πολλά του γούστου μου. Υπερβολική τρίχα στις γάμπες, δάχτυλα με έντονες φάλαγγες, το δεύτερό του μακρύτερο από το μεγάλο του ποδιού, μύες ισχυροί και έντονοι τένοντες, φρύδια πυκνά, τόσο σμιχτά που μοιάζει να έχει ένα μοναδικό πάνω απ’ τα μάτια του, μαλλιά σκληρά και κοντοκουρεμένα. Πόσο δυνατός μου φαινόταν και πόσο αρενωπός – διόλου παράξενο που είχε τόσες επιτυχίες. Εγώ δίπλα του έμοιαζα περισσότερο με κορίτσι.

Ξέρω γιατί, όταν έπεσα πάνω στους δυο τους έξω από το «Αττικόν», ήμουν μαζί του τόσο φιλικός. Εβγαιναν με τη Μυρτώ κάποιες φορές, κι εγώ έτσι θα την πλησίαζα και θα έμενα στον κύκλο της αν δημιουργούσα φιλική σχέση με τον Στέλιο. Οποτε (όχι συχνά, να πω την αλήθεια) την κάλεσα να βγει μαζί μου για σινεμά ή καφέ, πάντα κάτι είχε άλλο κανονισμένο και ποτέ δεν είπε – ναι, εντάξει, να βγούμε.

Αποθαρρημένος εγώ, χρειαζόμουν ένα μεγάλο διάστημα για να προσπαθήσω ξανά. Επρεπε πρώτα να επουλωθεί η πληγή της καρδιάς μου από την απόρριψη και ο κρυμμένος μου έρωτας να με κεντρίσει άγρια, με την παράτολμη απελπισία του καταδικασμένου, για να ξαναδοκιμάσω.

Τώρα που ο Στέλιος κι εγώ ήμασταν φίλοι, θα έμενα δέκα μέρες μαζί του, στο νησί, και όσες φορές συναντιόνταν με τη Μυρτώ, όσες φορές έβγαιναν, ποτέ δεν θα ήταν μόνοι. Θα ήμουν κι εγώ εκεί, ο τρίτος της παρέας που δεν γίνεται να τον αφήσουμε μονάχο, αφού φιλοξενείται. Η Μυρτώ θα συνήθιζε την παρουσία μου. Μπορεί και να της άρεσε κάποτε, να της γινόμουν απαραίτητος, αν ήμουν αρκετά διασκεδαστικός και πνευματώδης.

Εκείνη την φιλοξενούσανε συγγενείς, που είχανε σπίτι στο νησί – και καλοκαίρι πάλι στο νησί αυτό είχανε γνωριστεί με τον Στέλιο. Και εδώ, τι σύμπτωση ευτυχισμένη, θα πέρναγαν όλο το υπόλοιπό τους καλοκαίρι εφέτος, ανεμπόδιστοι στον έρωτά τους. Σίγουρα, αφού θα έφευγα σε δέκα μέρες, ούτε εκείνος ούτε αυτή θα τσιγκουνεύονταν, στο μικρό διάστημα της παρουσίας μου, να μου κάνουν παρέα.

Αυτός όμως που δεν κοιμήθηκε ούτε ένα βράδυ σωστό, αυτός που στριφογύρναγε σαν ψυχή κολασμένη στα υγρά σεντόνια, αυτός που την καρδιά του δάγκωνε ολημερίς το φίδι της ζήλιας, το βλέμμα του θολό από τα δάκρυα του αναπόδοτου έρωτα, αυτός που πάσχισε να χώσει ζιζάνια και αμφιβολίες ανάμεσά τους για να καταλήξει καταδικασμένος, ώς σήμερα ακόμα, να είναι ο καλύτερός τους φίλος και των δύο, αυτός ήμουν εγώ.

Για δέκα μέρες που μου έμαθαν όλα όσα ξέρω τώρα για τη λαχτάρα, για τα ανεκπλήρωτα όνειρα και για τον πικρό τον δρόμο της επιστροφής σε μια πραγματικότητα που είναι ο αποκλεισμός και εσύ την εκδικείσαι πλέκοντας φράσεις εκεί που θα ήθελες να δρέψεις τον ιδρώτα του γλιτσιάρικου έρωτα, ένα βράδυ αυγουστιάτικο στο νησί της Καλαυρίας.

* Τελευταίο βιβλίο του Α. Πανσέληνου είναι το μυθιστόρημα «Σκοτεινές επιγραφές» (Μεταίχμιο, 2012)

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών




Σχολιάστε