Ο Πόρος του ήλιου, της θάλασσας & του Σεφέρη



Το δεύτερο τεύχος του μηνιαίου free press περιοδικού “Saronic Magazine”, φιλοξενεί ένα υπέροχο αφιέρωμα στον Πόρο, το οποίο υπογράφει η δημοσιογράφος Αλεξάνδρα Τζαβέλλα.

“Το δελφίνι έχει κόψει ταχύτητα και βγαίνω έξω για να δω από μακριά το λιμάνι. Απίστευτο ότι από τον Πειραιά ως εδώ, σε μια ώρα και ένα τέταρτο, Ιούλιο μήνα, άλλαξαν τέσσερις εποχές –για την ακρίβεια έφυγα φθινόπωρο από την Αθήνα και βρέθηκα στον Πόρο κατακαλόκαιρο. Αναρωτιέμαι μήπως έπρεπε να έρθω το επόμενο Σαββατοκύριακο. Τι θα κάνω μόνη, δύο μέρες, σε ένα νησί που δεν ξέρω.
«Πάρε κυκλάμινα, πευκοβελόνες, κρίνα απ’ την άμμο, κι απ’ τη θάλασσα ανεμώνες» ακούγεται από πίσω μου μια στεντόρεια αντρική φωνή. Διστακτικά γυρίζω- «Γιώργος Σεφέρης» λέει ένας καλοστεκούμενος κύριος με ανοιχτό γκρι κοστούμι και γυαλιστερή φαλάκρα και μου σφίγγει το χέρι. Για μια στιγμή, κάηκε ο εγκέφαλός μου. Ήταν ίδιος. «Δες εκεί» είπε κουνώντας το δάχτυλό του στον αέρα, σαν να ζωγραφίζει το τοπίο. Πεύκα φουντωτά σαν να βγήκαν μόλις από το κομμωτήριο, κατεβαίνουν ως τη θάλασσα. Μπροστά τους ξετυλίγεται μια μακριά δαντέλα με σπιτάκια που σκαρφαλώνουν στο βράχο. Απέναντι, στον Γαλατά, ανάψαν ήδη φώτα. Ο ήλιος σαν λιωμένη γρανίτα φράουλα τρέχει μέσα στα νερά. «Η είσοδος του πλοίου στον Πόρο σού δίνει την εντύπωση βαθέος ονείρου…» έχει γράψει ο Χένρι Μίλερ. Τώρα εξηγούνται όλα.
Ο Μπάμπης, φωτογράφος και βέρος Ποριώτης, ξέρει το καλύτερο ουζερί, για αυτή την ώρα. Περπατάμε στον παραλιακό δρόμο, πλάι στα δεξιά παρατεταγμένα κότερα που κουνιούνται τεμπέλικα. Στα αριστερά μας καφετέριες, μπαράκια και ταβέρνες. Εικόνα που βλέπεις στα περισσότερα νησιά. Εδώ όμως λείπει η χάβρα. Αυτή χύτρα (με τις φωνές, τις τηλεοράσεις στη διαπασών, τις «φτιαγμένες» εξατμίσεις, τις στριγκλιές και τα υστερικά γέλια, τις συζητήσεις σε υψηλή ένταση) στον Πόρο έχει πάντα κλειστό το καπάκι. Ακούω το φινάλε της συναυλίας των τζιτζικιών και καθόμαστε στου «Τασσέα» για ένα ούζο. «Καστελόριζο» εύστοχα αποκαλεί κύριος Τασσέας, το μικρό μεζεδοπωλείο του, από τα πιο παλιά του Πόρου «γιατί είναι στο τέρμα του Θεού». Αυθεντικές γεύσεις: ούζο, πάγος και τρεις τέσσερις σπιτικοί ψαρομεζέδες, για συνοδεία. Μαζί και μια άπαιχτη μελιτζανοσαλάτα. Το αεράκι που έπιασε μπερδεύει τις μυρωδιές. Το μαγαζί γουστάρει Πάριο, σε όλα του τα σουξέ- εγώ όχι τόσο αλλά σήμερα το απολαμβάνω. Μου τηλεφωνούν οι φίλες μου. «Μαζέψτε τα κι ελάτε αύριο Πόρο, με το πρώτο».
Νωρίς το πρωί, στην Πούντα. Δίπλα από την πλατεία Δημαρχείου, σερφάρω με free wifi της περιοχής και χαζεύω τα καΐκια που πηγαινοέρχονται δέκα μέτρα από το Sofrano Cafe. Δεκαέξι χρόνια το Sofrano, σερβίρει πρωινό, σνακ και καφέδες από το πρωί ως το βράδυ. Τιμές χαμηλές! Το λέω γιατί μου έτυχε σε ένα άλλο παραλιακό καφέ, από αυτά που πάνε οι γριές για παγωτό, να πληρώσω έναν φρέντο, 5.50 ευρώ! Ένας παγωμένος εσπρέσο λοιπόν με γεύση αμύγδαλο, για να ανοίξει το μάτι μετά από το χθεσινό ξενύχτι στο «Kanji». Το «Kanji» (στα γιαπωνέζικα σημαίνει «αλκοόλ») είναι ένα ξύλινο μπαράκι που ροκάρει ως τα ξημερώματα, στον παραλιακό δρόμο- μπαίνοντας έχεις την αίσθηση ότι είσαι σε μπαρ της Μαβίλη ή του Μεταξουργείου. Ο Σπύρος και η Κατερίνα, ιδιοκτήτες του «Kanji», ανήκουν στους Αθηναίους που «μπουχτίσαμε την Αθήνα» και μετακόμισαν εκτός. «Ανοίξαμε πριν δύο χρόνια το μπαρ, δουλεύαμε και οι δύο στο Intercontinental, εγώ παράλληλα δούλευα στην Ιαπωνική Πρεσβεία. Δεν είχαμε σχέση με τον Πόρο. Με το που είδα το νησί από τον Γαλατά, είπα στην Κατερίνα, ‘’σήμερα βρίσκουμε σπίτι και χώρο για μαγαζί και μετακομίζουμε’’. Έτσι κι έγινε. Μέσα σε μια νύχτα το αποφασίσαμε». «Όταν ανοίξαμε, μια παρέα και πριν φύγει με παρακαλεί να μην παίξω ελληνικά. Τι θέλετε να ακούσετε; Τους ρώτησα. Αποφασίστε εσείς τι μουσική θέλετε να παίζουμε» συνεχίζει ο Σπύρος. «Αλήθεια λέει» πετάγεται ο Μπάμπης. «Ζητούσαμε απεγνωσμένα ένα στέκι». Μόνιμος dj είναι ο Κωστας χτες όμως είχε την τιμητική του ο «Καρπούζιας». Οι περισσότεροι στον Πόρο, κουβαλάνε τα παρατσούκλια που τους κόλλησαν στο σχολείο ή κληρονόμησαν από την οικογένεια. «Από δω ο Μαρούλιας, ο Μαμάνης και ο Μάι Μάι». «Χάρηκα» φωνάζω μέσα στην δυνατή μουσική, πάνω στην αλλαγή σε James. Απογειώθηκε το μαγαζί. Τα χέρια ψηλά, σπρώχνω κι εγώ μια μεγάλη ξύλινη κατασκευή που κρέμεται κατά μήκος του μπαρ, και μοιάζει με βάρκα που πηγαινοέρχεται. «Αυτά είναι τα δικά μας γαρύφαλλα» είπε γελώντας ο Μπάμπης. Αν ισχύει ο θρύλος που λέει ότι ο Πόρος στηριζόταν σε τρεις κολώνες, από τις οποίες έμεινε μία, κι αν πέσει, το νησί θα καταποντιστεί, νομίζω ότι βρίσκομαι πάνω της.
Περνάμε το Νεώριο και στη διαδρομή ανακαλύπτω τα μυστικά του Πόρου. ‘Ότι δεν είναι ένα αλλά δύο νησιά, η Σφαιρία και η Καλαυρία. Οτι η Σφαιρία είναι ηφαιστιογενής. Λένε ότι ο χώρος που είναι χτισμένη η πόλη του Πόρου είναι ηφαίστειο και έσβησε πριν καλά καλά εκδηλωθεί, το 3.000 π.Χ.. Ότι έχει διώρυγα- την πιο μικρή που έχω δει ποτέ. Την περνάμε γκαζώνοντας και ξυρίζουμε τα άνθη μιας φουσκωμένης βουκαμβίλιας, τα οποία η καλή αύρα του Σαρωνικού, (από την οποία πήρε το όνομά της η Καλαυρία) στέλνει μέσα στη θάλασσα. «Εχει κάτι από τη Βενετιά: κανάλι, επικοινωνία με βάρκες, χλιδή, νωχέλεια, αισθησιακός πειρασμός, τόπος για διεθνείς ερωμένους…» γράφει ο Γιώργος Σεφέρης. Είμαστε σταματημένοι μπροστά στη θρυλική «Βίλα Γαλήνη», είναι πνιγμένη στα πεύκα και τους ευκάλυπτους. Βάζω στοίχημα ότι τα τζιτζίκια που ζουν μέσα τους απαγγέλουν ποιήματα και λένε ιστορίες. Για τον Τσαρούχη που ζωγράφισε εδώ πολλούς από τους ναύτες του. Ο Σεφέρης περνούσε εδώ τα καλοκαίρια του, εδώ έγραψε την «Κίχλη». Σ’ αυτή την παραλία έγραψε το «Περιγιάλι». Προς τα κει, κολυμπούσε ο Μίλερ. «Στους έρημους γιαλούς της Καλαυρίας» έγραψε ο Ρίτσος το ποίημα για τον Πόρο. Εδώ αγκαλιάστηκε ο Χορν με τη Σανσόν, σ αυτό το ξενοδοχείο έκανε ο Βέγγος τον γόη, σε εκείνο το χωματόδρομο κατέβαινε η Βουγιουκλάκη τραγουδώντας τον «Γαϊδαράκο». Μια γρήγορη βουτιά στα σμαραγδένια νερά. Μας βρήκε το μεσημέρι, στις ξαπλώστρες, στα «Κοχύλια» (παλιά λεγόταν «Καλυψώ») δίπλα από τη θάλασσα με άρωμα βασιλικού να γαργαλάει τη μύτη. Lounge μουσική και μια δροσερή φρουτοσαλάτα κάτω από τα πεύκα που έχουν αποφασίσει να μπουν μέσα στη θάλασσα. Αγκαλιά με το αμόρε ή όχι, την ατμόσφαιρα εδώ τη φτιάχνουν οι παρέες κι όποτε το κέφι ανάβει, συνήθως αργά το απόγευμα, η μουσική δυναμώνει και υποκλίνεται στον κόσμο: ρέγκε, ελληνική ροκ, ποπ, λαϊκά, ό,τι ταιριάζει στη στιγμή. Κάποιος από πίσω ψιθυρίζει ότι εδώ σήμερα θα γίνει το τραπέζι ενός γάμου που μάλλον θα λήξει με βραδινό μπάνιο.

Τα πιτσιρίκια τα απογεύματα και τα βράδια, περνούν ατέλειωτες ώρες στο «Fight Club» τον πολιτιστικό –ιντερνετικό- σύλλογο του νησιού. Μπαίνοντας μέσα, κάνεις simulation σε πολεμική μάχη που θα ξεσπάσει μέσα στην οθόνη, «κανένας όμως δεν τσακώνεται με τον άλλον. Τα παιδιά, κοινωνικοποιούνται μέσω ίντερνετ, παίζοντας μαζί. Δεν κολλάνε με τις ώρες». Οι ηλικίες που λήγουν εις –teen προτιμούν για μπάνιο και ηλιοθεραπεία το Ασκέλι. Η αλήθεια βέβαια, είναι ότι όλοι όσοι έρχονται στο νησί, περνάνε μια βόλτα από το «Askeli Beach Bar», το πρώτο που άνοιξε στο νησί. Από την πιο μεγάλη σε έκταση παραλία, που είναι γεμάτη ξαπλώστρες και ομπρέλες, περνάνε κάθε μέρα 400 με 500 άτομα. Ρακέτες, καφέδες, σνακ, επιτραπέζια, περιοδικά. Εδώ φλερτάρουν. Εδώ παίζεται το παιχνίδι, ανάμεσα σε σώματα που περιφέρονται με μαγιό, από το μπαράκι με τα κοκτέιλ, ως το παλιό γήπεδο βόλεϊ. Ωράριο, 9:00 με 21:00, η καλύτερη ώρα ωστόσο, για να παρκάρεις πάνω στην ξαπλώστρα, είναι νωρίς το πρωί, ή αργά το απόγευμα.
Μα τα γένια του Ποσειδώνα! Να μην ξέρω τόσα χρόνια όλες αυτές τις ομορφιές! Σκέφτομαι –όχι καθώς ανεβαίνω στον ναό του Ποσειδώνα- ανηφορίζοντας προς το Μοναστήρι. Μεσημεράκι, την έχουν κάνει όλοι, για ξεκούραση. Σχεδόν όλοι. Μια γάτα έμεινε και μας έχει ξετρελάνει με τα νάζια και τα σκέρτσα της. Ο ήλιος είναι ψηλά, η θάλασσα χρυσίζει, οι μαρμάρινες επιτύμβιες πλάκες γυαλίζουν. Μέσα, στα αριστερά του τέμπλου, βλέπω κι ένα κορίτσι: Aggia Ceccoli, angelo in forme umane. Είναι κόρη του Ραφαέλο Τσέκολι, μεγάλου ζωγράφου, από τους πρώτους καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας, τον 19ο αιώνα, η οποία πέθανε άρρωστη στον Πόρο. Ο πατέρας της, απαρηγόρητος ζωγράφισε μια Μαντόνα με τη μορφή της. Ανεβαίνω στο πεζούλι και βλέπω από ψηλά την μικρή παραλία, λένε ότι είναι από τις καλύτερες του νησιού. Έχω όμως ραντεβού με το Σπύρο, τον ιδιοκτήτη του «Sirene Blue Resort». Η «Σειρήνα» για τους ντόπιους, ήταν μέχρι πριν δύο χρόνια, ένα παρατημένο ξενοδοχείο, «σαν αυτά που βλέπεις στις ταινίες του Φίνου». Η κοσμοπολίτικη αίσθηση που δημιουργούσε στους τουρίστες το 1970, μετατράπηκε σε μιζέρια, όταν και τα τελευταία νεαρά αγόρια ενηλικιώθηκαν και σταμάτησαν να επισκέπτονται το ξενοδοχείο για να παίξουν ποδοσφαιράκι και ηλεκτρονικά. Κι ύστερα το αγόρασε ο Σπύρος ο οποίος δουλεύει με Έλληνες τουρίστες. «Δεν παίζουμε με πρακτορεία και γκρουπ» λέει και μας κερνάει ένα daquiri πεπόνι, στο beach bar, το οποίο προτιμούν και οι Ποριώτες, ηλικίας 30 με 40. «Πρέπει να φτιάξεις την υποδομή για να έρθει ο κόσμος» λέει και η άποψή του βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή στο ξενοδοχείο (με προσωπικό 55 άτομα, τα 50 από τα οποία είναι από τον Πόρο και τις γύρω περιοχές). Προσοχή στη λεπτομέρεια. Πέτρα και ξύλο, σκαμπό από χοντρούς κορμούς δέντρων, καλαισθησία, χώροι με υπέροχη θέα. Γαστρονομικές απολαύσεις. Εκτός από σασίμι και γκουρμέ επιλογές, σπιτικά καλομαγειρεμένα φαγητά, ντόπιοι μεζέδες και φρέσκα ψάρια- στο πιάτο και ο Σαρωνικός. Στο δικό μου πιάτο σε λίγο θα κάτσει ένα carpacio ξιφία, γιαυτό πρέπει να φύγω αμέσως για την «Πριμα σέρα» του Τάσου. Η ατμόσφαιρα δεν αλλάζει πολύ. Τα τραπεζάκια είναι ήδη στρωμένα, δεν έχει ακόμα πολύ κόσμο, σε δύο ώρες όμως από τώρα, περίπου στις 9, δεν θα βρίσκεις τραπέζι. Βρίσκομαι σε ένα από τα πιο καλύτερα εστιατόρια, όχι μόνο του Πόρου, αλλά και του Σαρωνικού ολόκληρου. Φημίζεται για τα φρέσκα ψάρια και την αστακομακαρονάδα η οποία από ό,τι έμαθα μαγειρεύεται με αυστηρά παραδοσιακή συνταγή. Στο ποτήρι λευκό κρασί σε ιδανική θερμοκρασία. Κατεβαίνουν…τα ρολά. Χτυπάω και μια καρυδόπιτα με δύο μπάλες παγωτό και υπόσχομαι στον εαυτό μου, πως αύριο θα κάνω αύριο και wakeboard και σκι στο «Passage», στο Νεώριο, (λειτουργεί από το 1985 και είναι αγαπημένος προορισμός αθλητών από όλη την Ευρώπη αλλά και διάσημων που αγαπούν το σκι). Μετά θα πάω να αράξω στον ρωσικό ναύσταθμο, που δεν έχει ούτε μπαρ, ούτε καφετέριες και έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που είχε φούρνους, (για να τροφοδοτείται ο ρωσικός στόλος). Συντρίμμια έχει μόνο, επάνω στην αμμουδιά και πολλούς τουρίστες. Και μια εξέδρα δεκαπέντε μέτρα. Θα πάρω φόρα…εν δυο μαρς, και θα συντονίσω το βήμα μου με αυτό των νεοσύλλεκτων ναυτών που εκπαιδεύονται λίγο πιο κάτω, στη Ναυτική Βάση. Προς το παρόν, επιστροφή στο δωμάτιο του «Poros Image» στο Νεώριο. Σοφιστικέ design και σούπερ θέα. Από την ταράτσα, θα μετρήσω ένα ένα τα φωτάκια του νησιού που ανάβουν σιγά σιγά. Δεν θα μια η μόνη. Είναι ευρέως διαδεδομένο ότι το ξενοδοχείο «Poros Image» είναι ιδανικό για «χάσιμο» και ρομαντζάδα. Μαργαρίτα φράουλα, μεταξύ ουρανού και θάλασσας, το υπόσχεται αυτό η «Veranda». Οι τελευταίοι επιστρέφουν ηλιοκαμένοι από το beach bar «Kalypso» και τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους εδώ, πριν αλλάξουν και κατέβουν στη χώρα. Κι εγώ μαζί τους, πίνω στην υγειά της τελευταίας μου νύχτας στον Βόσπορο του Σαρωνικού- η οποία μόλις ξεκίνησε.
«Hello lady, I love you». Τον στραβοκοίταξα και κατάλαβε ότι δεν είμαι ξένη τουρίστρια. Είμαι σίγουρη ότι κάθε Ποριώτης, έχει να διηγηθεί από μία τουλάχιστον ιστορία φλερτ με τουρίστρια. Κάποιες μου τις διηγούνται τα παιδιά που θυμούνται το λιμάνι… αρένα του καμακιού. «Αγαπημένο χόμπι ήταν να την πέφτεις σε τουρίστριες, Αγγλιδούλες και Παριζιάνες που έρχονταν για διακοπές. Συχνά, τα αποτελέσματα εκείνων των τρελών καλοκαιριών, που κυνηγούσαμε όλοι τις τουρίστριες θα τα δεις να κυκλοφορούνε στο νησί. Είναι τα παιδιά μας, οι φίλοι των παιδιών μας» μου λέει ένας καλός φίλος που κατάγεται από τον Πόρο. Ξέρω ότι το καμάκι είναι θέμα αντρικό και προσπαθώ να ενθαρρύνω τον Μπάμπη, να γράψει τις εμπειρίες του από την εποχή που στον Πόρο υπήρχαν μόνο καφέ-ζαχαροπλαστεία: η Νέα Κυβελία, ο Τζόρτζης (σήμερα ο γιος του έχει το εστιατόριο George), τα Αστέρια, το Σινεμά. Και ο Μαγκλάρας, που σήμερα έχει γίνει «καφέ- Πόρτο». Από τα πιο παλιά μπαρ του νησιού είναι το «Μαλιμπού» και οι «Μάσκες». Το Μαλιμπού, δεν θα έλεγα ότι είναι τρέντι μπαρ, είναι όμως αυθεντικό, μου θυμίζει μπαρ για τουρίστες στο Φαληράκι της Ρόδου που γλεντάνε μέχρι τελικής πτώσης. Δεν πρόδωσε ποτέ τον εαυτό του κι έτσι τα Σάββατα, θα δεις να γίνεται εκεί μέσα το σώσε, και μην αποκλείεις να συμμετάσχεις και εσύ σε κάποια τρομερή χορογραφία αλά Τραβόλτα. Αν δεν είσαι του χορού, υπάρχουν και τραπεζάκια έξω, δίπλα από τη θάλασσα. Οι «Μάσκες» είναι τόσο για ντέρτια όσο και για γλέντια. Αυστηρά ελληνικό τραγούδι και φθηνό μπουκάλι για όσους θέλουν να πιουν μέχρι να δουν οράματα (την αυτοκτονία του Δημοσθένη ας πούμε). Ακόμα και ο πιο σκληροπυρηνικός ροκάς θα περάσει από κει για ένα ποτό, ώρα αργάμιση. Για το κλείσιμο πάντως, κρατήστε ενέργεια. Εμείς από κει ξεκινήσαμε τη βραδιά και εκεί καταλήξαμε. Το παλιό όνομα του μαγαζιού, χαραγμένο ακόμα στον τοίχο «Σιρόκο». Τώρα λέγεται «Room». Για να μπεις στο κλαμπ, στην ουσία σκαρφαλώνεις ένα βράχο. Για να το πω καλύτερα, το κλαμπ είναι βράχος στην πίσω όψη του. Μίνιμαλ στην διακόσμηση- τι διακόσμηση να χρειαστεί ένας χώρος με τόση θάλασσα και τόσα αστέρια… Στην οροφή διέκρινα ένα μικρό κλειστό κτίριο. Εκεί παλιά σέρβιραν μακαρονάδες για τους ξενύχτηδες. Δεν μου φάνηκε κακή ιδέα. Ξέχασα να σας πω. Εδώ δεν υπάρχει όχι. Θα μείνετε όλοι μέχρι το ξημέρωμα, γιατί το κάστρο στο Μπούρτζι ερήμωσε και πρέπει να φυλάξουμε το νησί από τους κουρσάρους. Κι αν μείνετε θα σας ανταμείψει και ο Πόρος και ο Σαρωνικός και η φύση ολόκληρη. Το καλύτερο φινάλε, για να γυρίσουμε πίσω στην Αθήνα.”




Σχολιάστε