Η ομιλία της Καθηγήτριας Μαρίας Κ. Λιακάκη στη Βέργα για τον Μέξη και το μπαρούτι



Γράφει ο Γιάννης Μανιάτης – 

Μία ενδιαφέρουσα για την ιστορία του Πόρου ομιλία της Μαρίας Κ. Λιακάκη, ιστορικού, στα πλαίσια της εκδήλωσης μνήμης για τον οπλαρχηγό του Πόρου το 1821 Χριστόδουλο Μέξη, τον πρόκριτο του Πόρου Χατζηαναστάση Μάνεση, και άλλους εμπλεκόμενους  Αγωνιστές του 1821 στη μεταφορά μπαρουτιού, στον Αλμυρό (Βέργα) και από εκεί στο Μαρδάκι στις παρυφές του Ταϋγέτου. Η εκδήλωση έγινε στη Βέργα  Καλαμάτας, στις 18-3-2017. Δείτε και κάποιες φωτό (επιπλέον των όσων έχουν αναρτηθεί) από την εκδήλωση.

ΤΟ ΜΠΑΡΟΥΤΙ ΤΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ, ΠΟΥ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕ ΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ

 

Ομιλία της Μαρίας Κ. Λιακάκη, ιστορικού, στα πλαίσια της εκδήλωσης μνήμης για τους Αγωνιστές του 1821 Δρόμοι μπαρουτιού, από τον Αλμυρό στο Μαρδάκι. Βέργα Καλαμάτας, 18-3-2017

 

Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας! Είναι μεγάλη η συγκίνησή μου να βρίσκομαι απόψε εδώ, στην ιστορική Βέργα, που τον Ιούνιο του 1826 κατατροπώθηκαν οι δυνάμεις του Ιμπραήμ. Ευχαριστώ θερμά τον Σύλλογο Βέργας Καλαμάτας, τον πρόεδρό της κ. Χαράλαμπο Αφάλη και όλο το Δ.Σ. για την τιμητική πρόσκληση, όπως και τους αγαπητούς συμπατριώτες μου κ. Παύλο Κλάδη, αντιπρόεδρο του Συλλόγου Βέργας και τον δάσκαλο-συγγραφέα κ. Δημήτριο Μουγγό για την βοήθεια που μου προσέφεραν σε αρχειακό υλικό. Θα αφιερώσω την παρούσα ομιλία στον Γρηγόριο Δίκαιο Παπαφλέσσα, τον μπουρλοτιέρη των ψυχών, στον Ποριώτη οπλαρχηγό, Χριστόδουλο Μέξη του Μερτίκα και στον Νικήτα Σταματελόπουλο, τον Νικηταρά των Ελλήνων.

Γυρίζουμε τον χρόνο 196 χρόνια πίσω. Καλαμάτα, 23 Μαρτίου 1821. Ο πόθος των Ελλήνων, ύστερα από μακραίωνη σκλαβιά, είχε γίνει πραγματικότητα. Όσες φορές και να διαβάσουμε τα γεγονότα της απελευθέρωσης της Καλαμάτας, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να νιώσουμε στην ολότητά τους τα συναισθήματα των Ελλήνων εκείνη την φοβερή, την συγκλονιστική, την ανεπανάληπτη ιστορική στιγμή, γιατί για να τα νιώσεις βαθιά, πρέπει να τα έχεις ζήσει. Και πρέπει πριν από αυτά να έχεις ζήσει και το δράμα,  τους εξευτελισμούς, τα βασανιστήρια, τους ατιμωτικούς θανάτους, τα παιδομαζώματα, τους διωγμούς και τόσα άλλα δεινά, που υπέφερε ο Ελληνισμός κατά τη μακραίωνη υποδούλωση στους Οθωμανούς Τούρκους, καθώς και το διαρκές παράπονο γενεών και γενεών, γιατί η λευτεριά που περίμεναν δεν ερχόταν.  Ήταν αυτή η όμορφη κοιμωμένη, όπως την φανταζόταν ο λαός, κλεισμένη στον γυάλινο πύργο της σκλαβιάς της, και της τραγουδούσε για να την ξυπνήσει από τον λήθαργο και να φέρει την Ανάσταση του Γένους: ξύπνα καημένη Αναστασιά, ξύπνα να ανάψεις τη φωτιά!

Η 23η Μαρτίου 1821 δεν ήταν η αρχή, αλλά το ευτυχές επιστέγασμα μακραίωνων αγώνων.  Σε όλους αυτούς, που θεωρούν ότι οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν το 1821 για οικονομικούς λόγους, και σε αυτούς επίσης, που θεωρούν ότι οι Έλληνες απέκτησαν εθνική συνείδηση το 1821, τους υπενθυμίζω από αυτό βήμα, με την ευκαιρία της παρούσας ομιλίας, τα αμέτρητα επαναστατικά κινήματα των υπόδουλων Ελλήνων για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού από τα πρώτα κιόλας χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι την έκρηξη της Επανάστασης το 1821. Το πρώτο σημαντικότερο επαναστατικό κίνημα σημειώθηκε μόλις 25 χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως στην περιοχή της Μάνης, και ήταν αυτό του Κροκόδειλου Κλαδά, μεγαλωμένου στο περιβάλλον των δεσποτών του Μυστρά και ενταγμένου στον βενετικό στρατό. Αρνούμενος να δεχθεί τη βενετοτουρκική συνθήκη στις 9 Οκτωβρίου του 1479, επαναστάτησε, βαδίζοντας από την Κορώνη της Μεσσηνίας με δύναμη 1.600 ανδρών προς τη Μάνη, όπου ύψωσε την πολεμική σημαία των Παλαιολόγων. Μαρτύρησε στα χέρια των Οθωμανών δημίων του το 1490, ενώ προετοίμαζε σύμφωνα με ορισμένες πηγές νέα επαναστατική κίνηση στη Μάνη.

Ακολούθησαν τους επόμενους αιώνες αμέτρητα επαναστατικά κινήματα των υπόδουλων Ελλήνων εναντίον των Οθωμανών, τα οποία καταπνίγηκαν στο αίμα. Δυστυχώς δεν μου επιτρέπει ο χρόνος να αναφερθώ αναλυτικά, θα παραθέσω όμως τα χαρακτηριστικά λόγια του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη στον Άγγλο στρατηγό Χάμιλτον,  τα οποία επιβεβαιώνουν ότι οι υπόδουλοι Έλληνες παρέμειναν για τέσσερις αιώνες πιστοί στον δρόμο που χάραξε ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, δηλαδή τον δρόμο της αντίστασης, της αυταπάρνησης, της θυσίας για την ελευθερία και τις προγονικές αξίες. «Μίαν φοράν, όταν επήραμεν το Ναύπλιον, ήλθε ο Άμιλτων να με ιδή. Μου είπε ότι: “Πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμόν και η Αγγλία να μεσιτεύση”. Εγώ του αποκρίθηκα ότι: “Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος. Εμείς, καπετάν Άμιλτων, ποτέ συμβιβασμόν δεν εκάμαμεν με τον Τούρκο. Άλλους έκοψε, άλλους εσκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς εμείς, εζούσαμεν ελεύθεροι από γενεά εις γενεά. Ο βασιλεύς μας, δηλαδή ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε. Η φρουρά του είχε παντοτινόν πόλεμον με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήταν πάντοτε ανυπότακτα”. Με είπε: “Ποία είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια;”. “Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι κλέφτες, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά”. Έτσι δεν με ομίλησε πλέον».

Ο βαρύς φόρος αίματος που πλήρωνε ο Ελληνισμός κάθε φορά που προσπαθούσε να εξεγερθεί εναντίον των Οθωμανών, καθιστούσε αναγκαία την οργάνωση σχεδίου και την απόλυτη μυστικότητα στις συνωμοτικές κινήσεις. Στις αρχές του 19αι αι. οι υπόδουλοι Έλληνες είχαν συνειδητοποίησαν πλέον ότι έπρεπε να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις. Έτσι, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1814, ο Νικόλαος Σκουφάς, ο Εμμανουήλ Ξάνθος και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ίδρυσαν στην Οδησσό την Φιλική Εταιρεία, μία μυστική οργάνωση, που είχε ως σκοπό να προετοιμάσει με απόλυτη μυστικότητα την Ελληνική Επανάσταση. Αφού ξεπεράστηκαν οι πρώτες δυσκολίες, η Φιλική εταιρεία άρχισε από το 1818 να διευρύνει τα μέλη της, επισκεπτόμενη τις ελληνικές κοινότητες, ενώ οι αρχηγοί της εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Το έργο της μύησης αναλάμβαναν οι λεγόμενοι απόστολοι, κατευθυνόμενοι πάντα από τους αρχηγούς της Εταιρείας. Εκείνη την περίοδο στην Πόλη βρισκόταν και  ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Παπαφλέσσας από την Πολιανή Μεσσηνίας, ο οποίος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στις 21 Ιουνίου του 1818 σε ηλικία 32 ετών από τον Π. Αναγνωστόπουλο, γεγονός που σφράγισε τη μοίρα των υπόδουλων Ελλήνων. Χαρακτήρας επαναστατικός και παράτολμος, πνεύμα ανήσυχο και πολυμήχανος σαν τον Οδυσσέα, ο δυναμικός αρχιμανδρίτης ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο για να προετοιμάσει τους Μοραΐτες για τον μεγάλο ξεσηκωμό. Στην Κωνσταντινούπολη ο Παπαφλέσσας γνώρισε και τον Φιλικό Χριστόδουλο Μέξη από τον Πόρο. Και αυτή η συνάντηση υπήρξε καθοριστική για την Ελληνική Επανάσταση. Μία αδελφική φιλία, που την σφράγισε παντοτινά η αγάπη για την πατρίδα και ο πόθος για λευτεριά.

Το 1819 μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία οι περισσότεροι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αριθμητικά τα μυημένα μέλη στην Πελοπόννησο ήταν τα πολυπληθέστερα σε σχέση με άλλες γεωγραφικές περιοχές, γεγονός που αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την απόφαση έναρξης της Επαναστάσεως από τον Μοριά.

Τον Οκτώβριο του 1820 ο Γενικός επίτροπος της Αρχής Δημήτριος Υψηλάντης συγκάλεσε σύσκεψη των στελεχών της Εταιρείας στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας. Οι μυημένοι Φιλικοί ανέρχονταν πλέον σε χιλιάδες και απλώνονταν σε έναν τεράστιο γεωγραφικό χώρο, με αποτέλεσμα το μυστικό της Εταιρείας να διακινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να αποκαλυφθεί, γι’ αυτό και ο Υψηλάντης αποφάσισε την επίσπευση των εργασιών για την έναρξη της Επαναστάσεως. Οι Φιλικοί που παρευρέθηκαν, διαφωνούσαν εντονότατα μεταξύ τους, τόσο για την ετοιμότητα του Ελληνικού έθνους να ξεσηκωθεί όσο και για τον τόπο έναρξης της Επανάστασης. Στη σύσκεψη ήταν παρών και ο Παπαφλέσσας, και ευτυχώς επέβαλε με τον δυναμικό χαρακτήρα του την άποψη για άμεση έναρξη της Επανάστασης και μάλιστα από την Πελοπόννησο, την οποία παρουσίασε πανέτοιμη γι’ αυτόν τον σκοπό. Αποφασίστηκε τότε να σταλεί στον Μοριά για την προετοιμασία της Επαναστάσεως. Τέλη Νοεμβρίου του 1820 ο αρχιμανδρίτης αγόρασε πλοίο από την Κωνσταντινούπολη και έλαβε  90.000 γρόσια από την τοπική Εφορεία της Εταιρείας για να μεταβεί στον Μοριά. Πρώτα όμως επισκέφτηκε τις Κυδωνίες  στη Μ. Ασία, όπου παρήγγειλε ένα φορτίο με πολεμοφόδια και μπαρούτι με προορισμό τη Μάνη, που δεν ήταν άλλο από αυτό για το οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω και αποτελεί και το κεντρικό θέμα της αποψινής εκδήλωσης.  Στις 24 Δεκεμβρίου, έστειλε από το Άργος, όπου βρισκόταν, οδηγίες προς τους προκρίτους της Πελοποννήσου για την συγκρότηση επαναστατικού στρατού. Τέλη Ιανουαρίου μετέβη στο Αίγιο, όπου έλαβε μέρος ως εκπρόσωπος της Γενικής Αρχής στη μυστική συνέλευση των Φιλικών της Πελοποννήσου, γνωστή ως σύσκεψη της Βοστίτσας, υπό την προεδρεία του Παλαιών Πατρών Γερμανού. Ο αρχιμανδρίτης μετέφερε την εντολή του Αλεξάνδρου Υψηλάντη για την έναρξη της Επανάστασης στον  Μοριά. Η σύγκρουση με τους προκρίτους και αρχιερείς ήταν μεγάλη. Συγκλονιστικά τα λόγια του για να κατανικήσει τους δισταγμούς τους:  «Ώστε θα μάθουμε να κολυμπούμε πριν μπούμε στο νερό; Αν δεν πιάσουμε τα άρματα στα χέρια μας, πώς θα τα μάθουμε; Αν δεν πολεμήσουμε κάμποσες φορές, πού θα μάθουμε να πολεμάμε; Στο σχολειό; Καπεταναίους και στρατηγούς μόνο οι μάχες γεννάνε. Ποιοι, εξόν από εμάς θα συγκροτήσουν τον στρατόν μας; Πέστε λοιπόν καθαρά πως δεν τη θέλετε την Επανάσταση». Από τα μετέπειτα γεγονότα, φαίνεται ότι στη σύσκεψη της Βοστίτσας επικράτησε τελικά η άποψη του Παπαφλέσσα και επομένως της Φιλικής Εταιρείας για έναρξη της Επαναστάσεως από τον Μοριά, και παρ’ όλο που οι διαφωνίες υπήρξαν εντονότατες, η συνεργασία προκρίτων και αρχιερέων με τον Παπαφλέσσα συνεχίστηκε, αφού μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η ετοιμότητα των επαρχιών της Πελοποννήσου το τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου του 1821.

Φεύγοντας από το Αίγιο, ο Παπαφλέσσας διέσχισε όλη την Πελοπόννησο, από άκρη σε άκρη, και συναντήθηκε με τον Νικηταρά, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Αναγνωσταρά, τον Κεφάλα και τον Καρατζά. Τους μετέφερε το μήνυμα του Υψηλάντη για ταυτόχρονο ξεσηκωμό των Ελλήνων στον Μοριά. Το σύνθημα είχε δοθεί, η φωτιά στον βωμό της ελευθερίας ήταν έτοιμη να ανάψει και την αναμμένη δάδα κρατούσε ο Παπαφλέσσας και την περιέφερε σε ολόκληρο τον Μοριά, δίκαια λοιπόν η Ιστορία των ονόμασε μπουρλοτιέρη των ψυχών.

Τελικά, ο Δημήτριος Υψηλάντης ξεκίνησε την Επανάσταση από το Ιάσιο της Μολδοβλαχίας τον Φεβρουάριο του 1821, αντίθετα με τον αρχικό σχεδιασμό για έναρξη από την Πελοπόννησο. Αν και η προσπάθεια δυστυχώς είχε το δραματικό τέλος των προηγούμενων, με τη σφαγή των Ιερολοχιτών, που προκάλεσε τη συγκίνηση της Ευρώπης, εντούτοις,  προσέφερε σημαντικότατες υπηρεσίες στον ξεσηκωμό στον Μοριά, αφού απασχόλησε σημαντικό αριθμό τουρκικών δυνάμεων στον Βορρά για την καταστολή της. Τις ίδιες υπηρεσίες προσέφερε και η  μετακίνηση τον τουρκικών στρατευμάτων από τον Μοριά στην Ήπειρο εναντίον του Αλή Πασά τον Ιανουάριο του 1821.  Η Πελοπόννησος είχε ραντεβού με την ιστορία. Αρχές Μαρτίου ολόκληρος ο Μοριάς βρισκόταν σε ιδιαίτερη κινητικότητα, οι μυστικές συναντήσεις πύκνωναν, και οι διαδόσεις δεν σταματούσαν να έρχονται στ’ αυτιά των Τούρκων.

Στο μεταξύ, ο Παπαφλέσσας, ευρισκόμενος κοντά στην Καλαμάτα, αρχές Μαρτίου άρχισε να διαδίδει τη φήμη ότι θα κατέφθανε ένα καΐκι στον Αλμυρό, μεταφέροντας λάδι και αλάτι. Στην πραγματικότητα ανέμενε με αγωνία το πολύτιμο φορτίο από τη Σμύρνη που θα έφερνε ο καπετάν Μέξης και κατέστρωνε το σχέδιό του με ακρίβεια. Οι κάτοικοι των Κυδωνιών, Αϊβαλί στα νεότερα χρόνια, οι περισσότεροι ξεριζωμένοι Μοραΐτες μετά τα Ορλωφικά με δική τους συνοικία, τα Μοραΐτικα, είχαν ανταποκριθεί στο κάλεσμα της Φιλικής Εταιρείας να ενισχύσουν το σχέδιό της για ξεσηκωμό στον Μοριά με την αποστολή πολεμοφοδίων:  Η ώρα ήλθεν, ω ΄Έλληνες της Κυδωνίας!  Ενωθείτε, ω ανδρείοι και μεγαλόψυχοι.  Η Πατρίς,  μας προσκαλεί. Είναι προς τούτοις αναγκαίον, να ευρεθεί μετά εξ εβδομάδας από την σήμερον, ένα καλά αρματωμένον καράβιον, αλλά περί τούτου ομιλείται μετά του αγαπητού μας και φιλοπάτριδος Αρχιμανδρίτου Δικαίου και διατάττεται το πράγμα καλύτερον.  Εμείς, δε, σας βεβαιώνουμε, ότι η πατρίς θέλει βραβεύσει το ζήλον σας,  με τα πλούσιά της δώρα, δόξαν, ευγένειαν, τιμάς και αξιώματα, έγραφε το γράμμα της Φιλικής Εταιρείας Έτσι, αρχές Μαρτίου η αποστολή πολεμοφοδίων ήταν έτοιμη να περάσει στις απέναντι ακτές. Με απόλυτη μυστικότητα και μεγάλη προσοχή, ο καπετάν Χριστόδουλος Μέξης φόρτωσε στη σκούνα που διέθεσε δωρεάν ο Φιλικός Ποριώτης Μάνεσης Χατζηαναστάσης τα πολεμοφόδια από τους Αιβαλιώτες και τους Σμυρνιούς, συγκεκριμένα  270 βαρέλια των 12 οκάδων το ένα μπαρούτι και έξι καντάρια μολύβι, που το κάθε ένα καντάρι ισούται με 57 κιλά, με προορισμό την Πελοπόννησο. Το πλοίο ΔΗΜΗΤΡΑ, εγώ θα το ονομάσω ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, πλοιαρχούντος του υιού του Μάνεση, Γεωργίου, απέπλευσε από το λιμάνι της Σμύρνης, κατάφερε και πέρασε όλα τα θαλάσσια μπλόκα, και αφού έκανε μία πρώτη στάση στον Πόρο, αγκυροβόλησε στην Καρδαμύλη, αναμένοντας τις οδηγίες του Παπαφλέσσα. Ο αρχιμανδρίτης από τα τέλη Φεβρουαρίου είχε στείλει οδηγίες στους Φιλικούς της Σμύρνης για το σημείο που θα ξεφορτωνόταν το μπαρούτι. Έτσι, ο καπετάν Μέξης αγκυροβολεί τελικά στο λιμανάκι του Αλμυρού στις 17 Μαρτίου, γιατί εκείνη την περίοδο ο Αλμυρός ήταν το κυριότερο αγκυροβόλιο των ΒΑ ακτών του Μεσσηνιακού Κόλπου κοντά στην Καλαμάτα, όπως σημειώνει ο Δημήτρης Σταματόπουλος, αλλά και γιατί βρισκόταν κοντά στη Μάνη, όπου περίμεναν οι Μανιάτες οπλαρχηγοί.  Την ίδια ημέρα, 17 Μαρτίου, ο Παπαφλέσσας ειδοποιεί τον αδελφό του Νικήτα και τον Νικηταρά ότι έφτασε το πολύτιμο φορτίο στον Αλμυρό και τους έδωσε οδηγίες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αλαγόνιου αγωνιστή Παπα- Πολυζώη Κουτουμάνου, που έλαβε μέρος στα παρακάτω γεγονότα, στις 17 Μαρτίου 1821 ο Νικηταράς τον κάλεσε να μεταβεί στη μονή Μαρδακίου, ισχυρό καταφύγιο κλεφταρματολών και βάση Φιλικών, όπου ήταν συγκεντρωμένοι ο Αναγνωσταράς, ο Κεφάλας και άλλοι καπεταναίοι και σχεδίαζαν μυστικά τον τρόπο μεταφοράς των μπαρουτόβολων, που έφερε ο καπετάν Μέξης. Ξημερώνοντας 18 Μαρτίου ξεκίνησαν με όσα ζώα μπορούσαν από το Μαρδάκι για τη μονή Βελανιδιάς, όπου περίμεναν και άλλοι καπεταναίοι.  Εκεί μαζεύτηκαν περίπου  εκατό άνδρες με 94 μουλάρια και τη νύχτα ξεκίνησαν όλοι  για τον Αλμυρό.  Τον Παπα- Πολυζώη επιβεβαιώνει ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο οποίος γράφει ότι ο Νικηταράς στις 18 Μαρτίου βρισκόταν στο Μαρδάκι μαζί με τον Αναγνωσταρά και όταν επιβεβαίωσε την πληροφορία για τον ελλιμενισμό του πλοίου, συγκέντρωσε 250 οπλοφόρους και 200 ζώα φορτηγά και μαζί με τον Αναγνωσταρά κατηφόρισαν για τον Αλμυρό. Στο μεταξύ, ο Παπαφλέσσας είχε στείλει αγγελιοφόρο στις Κιτριές, για να παραδώσει το εξής μήνυμα στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, στον οποίο ανήκε η δικαιοδοσία της περιοχής του Αλμυρού: « Το καράβι που σου ‘πα έφθασε. Έχει τα όπλα και τα βαρούτια και τα μολύβια που χρειάζονται για ν’ αρχίσει ο αγώνας. Δώσε μπουγιουρντί στους ανθρώπους σου στο κουμέρκι (τελωνείο) του Αλμυρού να πάει το φορτίο στον Αη Λιά . Και για το δίκιο σου πάρε αυτούς τους χίλιους μαχμουτιέδες, που σου δίνει η Εταιρεία. Κάντους όπως θες». Έτσι, όταν έφτασαν στον Αλμυρό, ο αδελφός του, Νικήτας Φλέσσας, παρέδωσε τα χρήματα και έλαβε την άδεια. Ο Νικήτας πήρε τότε 50 από τα οπλισμένα παλικάρια και μπήκε στο πλοίο του καπετάν Μέξη για να λάβει ένα μικρό μέρος των πολεμοφοδίων, όπως είχε συμφωνηθεί, όταν έλαβε την άδεια. Καθώς όμως ήταν νύχτα, ο Νικηταράς εισήλθε με τα παλληκάρια του στο πλοίο και άρχισαν να ξεφορτώνουν κρυφά περισσότερα βαρέλια. Τα έβαζαν στις βάρκες και οι Σελιτσάνοι τα έβγαζαν γρήγορα στη στεριά. Ύστερα τα φόρτωσαν σε 200 μουλάρια. Μέχρι και τα παλικάρια πήραν στους ώμους τους από ένα βαρελάκι μπαρούτι και έτρεχαν, για να προλάβουν να μην ξημερώσει και γίνουν αντιληπτοί.  Έτσι, το καραβάνι της λευτεριάς με τα παλληκάρια του Νικηταρά ξεκίνησε από τον Αλμυρό για να μεταφέρει τα πολεμοφόδια στην ασφαλή τοποθεσία του Μαρδακίου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που Παπα-Πολυζώη Κουτουμάνου το καραβάνι ξεκινάει από τον Αλμυρό, περνάει την Αγιασό, και φθάνει Καλαμάτα προς τη βορειοανατολική πλευρά του κάστρου, επικίνδυνη τοποθεσία, καθώς λίγο πιο κάτω βρισκόταν η Απάνω Πηγάδα, που οι Τούρκοι πότιζαν τα άλογα. Έτσι, τα παλληκάρια υπό το σκότος της νύχτας  τραβούσαν γρήγορα τα ζώα για να περάσουν,  φοβούμενα μην γίνουν αντιληπτά από τον εχθρό. Στην προσπάθειά τους, φαίνεται ότι κάποια από τα ζώα μπερδεύτηκαν μεταξύ τους και έσπασαν τα στεφάνια ενός ξυλοβάρελου και χύθηκε λίγο μπαρούτι. Άλλοι λένε ότι ο ίδιος ο Παπαφλέσσας είχε δώσει την εντολή. Τα παλληκάρια απτόητα συνέχισαν την πορεία τους και περνώντας μέσα από το ποτάμι την Αγιάννα, άρχισαν να ανηφορίζουν προς τη μονή Βελανιδίου.  Λίγο πριν ξημερώσει οι ένοπλοι και τα φορτηγά ζώα είχαν φτάσει στη Βελανιδιά.  Από εκεί, αφηγείται ο Παπαπολυζώης, αρπάξαμε τα πολεμοφόδια αμέσως και τραβήξαμε όλοι κατά το Μαρδάκι, που εκεί είχαμε ασφάλεια και σύνεργο για να δέσουμε φουσέκια.

Στο μεταξύ, με το πρώτο φως της ημέρας, ένας Τούρκος Σεΐζης, πηγαίνοντας να ποτίσει το άλογο του αφέντη του στην Άνω Πηγάδα, βλέπει το χυμένο μπαρούτι και πατημασιές.  Έντρομος τρέχει να ειδοποιήσει τον βοεβόδα της Καλαμάτας Σουλεϊμάν Αρναούτογλου. Εκείνος εντοπίζει μία μεγάλη σειρά ζώων φορτωμένα με σακκιά να ανηφορίζουν, συνοδευόμενα από ενόπλους και καλεί τους Έλληνες προκρίτους.

-Τι είναι τούτα βρε ραγιάδες; τους ρωτάει δείχνοντας το καραβάνι.

-Χωριάτες θα είναι αγά, που κουβαλάνε λάδι.

-Αμή γιατί είναι αρματωμένοι;

-Γιατί φοβούνται τους κλέφτες αγά μου.

Ο Αρναούτογλου όμως δεν πείστηκε και από φόβο φυλάκισε  τους Έλληνες προκρίτους. Το έμαθε ο Παπαφλέσσας και σκαρφίστηκε το εξής σχέδιο. Έστειλε αμέσως γραφή στον Αρναούτογλου, την οποία  τάχα την έστελναν οι συναγμένοι κλέφτες στη μονή του Προφήτη Ηλία, και του ζητούσε δύο χιλιάδες ψωμιά, 2.000 ζευγάρια τσαρούχια, 4.000 δεκάρια φουσέκια και 4.000 ατσαλόπετρες για τα καριοφίλια, αλλιώς τον απειλούσε ότι θα κατέβαιναν στην πόλη και θα έπαιρναν βιός και κεφάλια.

Ο Αρναούτογλου τρομοκρατήθηκε.  Σκέφτηκε πρώτα να καλέσει ενισχύσεις από την Τριπολιτσά, όμως δεν πρόφταινε. Στέλνει και αποφυλακίζει τους προκρίτους και τους καλεί σε συμβούλιο, ζητώντας τους να βοηθήσουν στην άμυνα της πόλης. Οι Καλαματιανοί, βασιζόμενοι στο σχέδιο του Παπαφλέσσα, του απαντούν ότι είναι αδύνατον να αντιμετωπίσουν τόσο μεγάλο αριθμό ληστών και του προτείνουν να ζητήσει τη βοήθεια του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Μην έχοντας άλλη επιλογή, ο Αρναούτογλου στέλνει στις 19 Μαρτίου γραφή στον Πετρόμπεη να του στείλει ενισχύσεις. Στις 20 Μαρτίου φθάνει στην πόλη της Καλαμάτας ο πρωτότοκος γιός του Πετρόμπεη, Ηλίας, ένας από τους πιο ανδρείους πολεμιστές της Μάνης και ανακοινώνει στον Αρναούτογλου ότι έφερνε μαζί του 150 ενόπλους. Η κωμωδία που είχε σκηνοθετήσει ο Παπαφλέσσας, συνεχιζόταν.  150 μόνο; ήταν η αντίδραση του Αρναούτογλου. Αν θέλεις περισσότερους του απάντησε ο Ηλίας, στείλε γραφή στον Μανιάτμπεη να έρθει ο ίδιος με πολλούς ενόπλους. Έτσι  ο Αρναούτογλου έπεσε στην παγίδα, στέλνοντας γραφή στον Πετρόμπεη να έρθει στην Καλαμάτα για να την σώσει από τους ληστές. 21 Μαρτίου οι καπεταναίοι ετοιμάζονταν να περικυκλώσουν την πόλη. 22 Μαρτίου, όταν έπεσε το σκοτάδι, αμέτρητοι πολεμιστές κινούνταν σαν σκιές ανάμεσα στις ελιές και τους θάμνους. Ο Αρναούτογλου τρομοκρατημένος συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν υπό πολιορκία και σχεδίαζε να αναχωρήσει για την Τριπολιτσά  μαζί με τους Τούρκους προύχοντες, όμως οι Έλληνες είχαν κλείσει όλα τα περάσματα. Ο ίδιος ο Νικηταράς με 200 οπλοφόρους είχε κλείσει τον δρόμο που οδηγούσε στην Τριπολιτσά, με την εντολή  να συλλαμβάνει ή να φονεύει όποιον Τούρκο προσπαθούσε να διαφύγει. Η μόνη σωτηρία ήταν η νοτιοανατολική πλευρά της πόλεως, από όπου ο Αρναούτογλου περίμενε να έρθει ο Πετρόμπεης. Και ο Πετρόμπεης ήρθε στις 23 Μαρτίου 1821 όχι για να τον σώσει, αλλά για να του ανακοινώσει ότι οι ένοπλοι που είχαν περικυκλώσει την Καλαμάτα δεν ήταν κλέφτες αλλά Έλληνες που διεκδικούσαν την Ελευθερία τους και τα απαράγραπτα δικαιώματά τους και του πρότεινε να παραδώσει την πόλη, ώστε να μην χυθεί αίμα, όπως και έγινε. Κάπως έτσι λοιπόν, το μπαρούτι του Αλμυρού εφοδίασε τα όπλα των Ελλήνων αγωνιστών και απελευθέρωσαν την πόλη της Καλαμάτας. Όσο για τους πρωταγωνιστές της συγκεκριμένης ιστορίας, ο Χριστόδουλος Μέξης τιμήθηκε από τον Παπαφλέσσα για τη μεταφορά του μπαρουτιού με τον τίτλο του στρατηγού.  Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες και συντηρούσε δικό του στρατιωτικό σώμα κυρίως από Ποριώτες.  Τέσσερα χρόνια μετά τη μεταφορά του μπαρουτιού, ο Χριστόδουλος Μέξης ξαναβρέθηκε στη Μεσσηνία, πολεμώντας τον Ιμπραήμ στη μάχη του Κρεμμυδίου τον Απρίλιο του 1825.  Τον Αύγουστο του 1829 έλαβε μέρος στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση στο Άργος, εκπροσωπώντας τους Ποριώτες. Έφυγε από τη ζωή το 1831 σε ηλικία 36 ετών. Ο Γρηγόριος Δίκαιος Παπαφλέσσας, ο μπουρλοτιέρης των ψυχών, ο εθνεγέρτης και πρωτεργάτης της Ελληνικής Επαναστάσεως, καθαγίασε με τον ηρωικό του θάνατο στο Μανιάκι τον Μάιο του 1825 την ελευθερία της Ελλάδος. Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, ο γίγαντας  των Ελλήνων, ο ακατάβλητος πολεμιστής, ο αγνός πατριώτης, έφυγε από τη ζωή το 1849 λησμονημένος από την πολιτεία, όχι όμως και από την Ιστορία, που τον ανέβασε στο πιο ψηλό σκαλί της δόξας. Παπαφλέσσας, Νικηταράς, Μέξης, τρεις ήρωες που τους ένωσε η Μεσσηνία και η αγάπη για την Πατρίδα. Αιωνία τους η μνήμη. Αιωνία η μνήμη και του Αναγνωσταρά και του Νικήτα Φλέσσα, που βοήθησαν και αυτοί στην μεταφορά του μπαρουτιού. Αιωνία η μνήμη  του Ποριώτη Χατζηαναστάση Μάνεση, που προσέφερε το πλοίο της ελευθερίας, και του υιού του Γεωργίου. Αιωνία η μνήμη και των παλληκαριών, που κουβάλησαν στους ώμους τους το μπαρούτι και αργότερα κράτησαν το καριοφίλι. Η ιστορία δεν διέσωσε τα ονόματά τους, γι’ αυτό έχουμε ιερό χρέος να ανάβουμε και ένα κερί γι’ αυτά τα παλληκάρια. Αιωνία η μνήμη όλων όσων πολέμησαν  για την Ελευθερία της Ελλάδος. Θέλει αρετή και τόλμη η Ελευθερία, λέει ο ποιητής. Ας το θυμόμαστε αυτό και ας κρατήσουμε βαθιά στην ψυχή μας σαν θησαυρό τα λόγια του Παπαφλέσσα: «Ατσαλώστε τα μπράτσα σας,/  ετοιμαστείτε, η νύχτα τελειώνει. Είμαστε κοντά στην ανάσταση/ είμαστε λίγο πριν ροδίσει η αυγή».

 

Σας ευχαριστώ!




Comments (1)

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. Ηλίας Λάζαρος says:

    Κυρίες και κύριοι Καλημέρα
    Κατ’ αρχήν θέλω να εκφράσω τα συγχαρητήρια μου σε όλους τους φορείς της Βέργας για την όμορφη εκδήλωση που διοργάνωσε με τίτλο . « Οι Δρόμοι του Μπαρουτιού».
    Επίσης θα ήθελα να συγχαρώ και την Αξιότιμη Ιστορικό Κυρία Μαρία Λιακάκη για τον τρόπο που δόμησε την ομιλία της , σύμφωνα με τα στοιχεία που της Παραχώρησαν .
    Επειδή όμως διαπίστωσα ότι δίνεται μεγάλη έμφαση στο έγγραφο του Παπαπολυζώη Κουτουμάνου.
    Επειδή έτυχε να ασχολούμαι με την Ιστορική έρευνα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους από το2005 για τη συγγραφή του βιβλίου μου με τίτλο « ΠΙΣΙΝΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΜΥΣΤΡΑ & ΠΙΣΙΝΟΧΩΡΙΤΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ (1821- 1829), το οποίο δεν έχω καταφέρει ακόμα να ολοκληρώσω, θα ήθελα να θέσω υπόψη σας τα ακόλουθα :
    Πριν από πενήντα περίπου χρόνια, αρκετοί θεωρούσαν το έγγραφο του Παπαπολυζώη ως ντοκουμέντο για τα γεγονότα της απελευθέρωσης της Καλαμάτας. Η προσεκτικότερη όμως ανάγνωση του, απέδειξε ότι αυτό δεν ήταν σωστό.
    Αρχικά με την ανακάλυψη από το Μίμη Φερέτο, πλειάδας εγγράφων που συντάχτηκαν από τον ίδιο τον Παπαπολυζώη, φάνηκε καθαρά ότι ο γραφικός χαρακτήρας του ντοκουμέντου ήταν εντελώς διαφορετικός από τα υπόλοιπα. Αλλά και τα γεγονότα στα οποία υποτίθεται ότι αναφέρεται ο Σιτσοβίτης Ιερέας, παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις από εκείνα που αναφέρουν ότι συνέβησαν ο Αμβρόσιος Φραντζής, αλλά και ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος
    Έτσι οι μελετητές της Ιστορίας, κατέληξαν στο ασφαλές συμπέρασμα, ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Κατασκευάστηκε πολλά – πολλά χρόνια αργότερα, με σκοπό να βοηθήσει στην προσπάθεια που καταβαλλόταν τότε , να οριστεί η 23 Μαρτίου, ημέρα της απελευθέρωσης της Καλαμάτας, ως Εθνική Εορτή.
    Θα αρκεστώ να προσθέσω μία ακόμα παρατήρηση στις όσες έχουν γίνει ήδη επί του θέματος. Στους συντάκτες του Ψευδοντοκουμέντου , μάλλον ήταν άγνωστο ότι ο Παπαπολυζώης διετέλεσε δάσκαλος στο πρώτο σχολείο της Σίτσοβας. Ήταν λοιπόν εγγράμματος. Για το λόγο αυτό σε όλα τα άλλα έγραφα του, έβαζε υπογραφή πανομοιότυπη . Μόνο στο ψευδοντοκουμέντο υπογράφει γράφοντας το ονοματεπώνυμο του, στο οποίο φαίνεται ότι δεν μπορεί να γράψει σωστά ούτε αυτό .
    Πέραν όμως της γνησιότητας το έγγραφο αυτό δεν στερείται παντελώς αξίας . Η αναφορά σε ονόματα άλλων Πισινοχωριτών αγωνιστών επιβεβαιώνεται σήμερα από τις αναζητήσεις στα ΓΑΚ και λοιπά Αρχεία της Επανάστασης. Για το λόγο αυτό, το υπόψη έγγραφο θα πρέπει να αναφέρεται, ως μια απλή τοπική παράδοση, η οποία ενισχύει ιστορικά γεγονότα στα οποία υπάρχουν μικρές αποκλίσεις, ανάμεσα στους απομνημονευτές – ιστοριογράφους.
    Αν κάποιος διαφωνεί με τα γραφόμενα μου τον παραπέμπω να κάνει σύγκριση ανάμεσα στο γραφικό χαρακτήρα και την υπογραφή του ψευτοντοκουμέντου και των παρακάτω εγγράφων, Φωτοαντιγραφικά ομοιότυπα των οποίων τηρώ στο αρχείο μου και είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερομένου.
    α. ΓΑΚ / Υπ. Πολ. / Φ. 133 Ε. 72 / 13-9-1825
    β. ΓΑΚ / Αρχ. Βλαχογιάννη / Σειρά 001 Υποσειρά 002 / Φ. 124 / Ε. 14 / 10 – 6 – 1828
    Αν πάλι κάποιος έχει οποιαδήποτε στοιχεία που αποδεικνύουν το αντίθετο , θα τον παρακαλούσα να τα θέσει υπόψη μου προκειμένου να τα συμπεριλάβω στο βιβλίο μου με αναφορά στο όνομα του και ευχαριστίες.
    Επισημαίνεται ότι το κεφάλαιο από το τρίτο μέρος που αφορά την απελευθέρωση της Καλαμάτας καθώς και το κεφάλαιο από το Δεύτερο μέρος με τη Βιογραφία του Παπαπολυζώη σκοπεύω να τα διαβιβάσω σύντομα στον Πολιτιστικό Σύλλογο Βέργας για ενημέρωση.

    Υ.Γ. Θέλω να τονίσω ότι σε καμία περίπτωση δεν παριστάνω τον ξερόλα , ούτε έχω ασκήσει ποτέ μου κριτική, σε ομιλίες τύπου πανηγυρικού, γιατί ξέρω πολύ καλά τον αντικειμενικό σκοπό.
    Μιας και αναφέρθηκα στο υπό συγγραφή βιβλίο μου, θέλω να δηλώσω. Πιστεύω ακράδαντα ότι η μεγαλύτερη αρετή ενός ιστορικού έργου είναι η αντικειμενικότητα και η αλήθεια. Για το λόγο αυτό αδιαφορώ αν κάποιοι από τους συμπατριώτες μου ευχαριστηθούν ή δυσαρεστηθούν . Μεγάλος δάσκαλος για όλο τον κόσμο είναι ο Θουκυδίδης, που δεν δίστασε να γράψει αυτά που θα δυσαρεστούσαν τους συντοπίτες του Αθηναίους .
    Με τιμή
    Ηλίας Λάζαρος
    Σμήναρχος (ΤΥΕ) ε.α. – Ιστοριοδίφης Ερευνητής.
    Email : i.a.lazarou@hotmail.com
    Τηλ. 6974452947

Σχολιάστε