Πριν από 100 χρόνια στο Προγυμναστήριο Πόρου



24622_10201054618268929_1054113194_n

Γράφει ο Γιώργος Αθανασίου – 

Μέσα στο αρχείο μου βρέθηκε ένα κείμενο, μία αναφορά για αναμνήσεις πριν από 100 χρόνια (70 στο κείμενο) με υπογραφή Σποραδίτης. Δεν γνωρίζω εάν το όνομα είναι πραγματικό. Εγώ θα μεταφέρω εδώ τις αναμνήσεις του, από την επιθεώρηση που έκανε στο Προγυμναστήριο Πόρου το 1917 ο Παύλος Κουντουριώτης ως Υπουργός των Ναυτικών.

Το αφιερώνω σε όλους τους συμπατριώτες μου που υπηρέτησαν στις Ναυτικές εγκαταστάσεις του Πόρου με οποιανδήποτε ειδικότητα και βαθμό.

Το κείμενο είναι αρκετά εκτεταμένο αλλά νομίζω ότι αξίζει το κόπο.

406131_10200273626024611_1952116754_n

Χειμώνας 1917-1918. Και χειμώνας με όλα τα χαρακτηριστικά του, αέρηδες φουρτούνες, χιόνια και κρύο που τον έκανε πιο βαρύ και πιο αισθητό ο πόλεμος, ο Α΄, Παγκόσμιος Πόλεμος, με τις στερήσεις των μέσων διαβίωσης των πληθυσμών και τους τόσους κινδύνους και αυτής της ζωής, που από τότε άρχισε να διατρέχει και ο άμαχος πληθυσμός από πολεμικές ενέργειες και στη ξηρά, κυρίως στη θάλασσα. Περισσότερο έτρεμε η καρδιά των αμάχων από τους κινδύνους του πολέμου παρά το κορμί του από το κρύο και τις στερήσεις.

…Βαρυχειμωνιά λοιπόν και πόλεμος με νέα όπλα και μεθόδους από τώρα και στο εξής που η «πρόοδος» μας προσφέρει  με τόσους πνευματικούς κόπους.

Τότε, με τέτοια κατάσταση σε ολόκληρη σχεδόν την ανθρωπότητα, και τον πόλεμο στη μεγαλήτερή του ένταση, στο τέλος Δεκεμβρίου 1917 κλήθηκε το Α΄τμήμα της κλάσεως 1917 του Ναυτικού για τις τόσες ανάγκες της Πατρίδας και  των Συμμάχων μας. Το τμήμα Α΄ της κλάσεως 1917 αποτελείτο από ναυτικές περιοχές, νησιά και παράλια. Μέσα σ’αυτούς ήταν και ο Σποραδίτης. Με τις ευχές των γονιών μας φύγαμε ένα βράδυ με ένα ψαροκάικο με κουπιά και μικρό πανί…  Όταν φτάσαμε στον Πειραιά επιβιβαστήκαμε στην «ΑΥΡΑ» που μας μετέφερε στον ΠΟΡΟ.

545581_3939181999292_1813083306_n

Γέμισε το Προγυμναστήριο από νεοσύλλεκτους. Μετά πρόχειρο έλεγχο των καταστάσεών μας μάς έδωσαν από μία κουβέρτα μάλλινη άσπρη και μια καραβάνα, σε άλλον μόνο κουτάλι, σε άλλον μόνο πηρούνι και σε άλλον ούτε κουτάλι ούτε πηρούνι. Θα ήμασταν όλοι οι νεοσύλλεκτοι της Α΄σειράς καμιά χιλιάδα. Έπρεπε πρώτα να περάσουμε από υγειονομική εξέταση για να κρατηθούν οι ικανοί και να απαλλαγούν οι ανίκανοι. Η υγειονομική εξέταση κράτησε δύο τρεις μέρες και ως τότε ήμασταν όλοι με τα πολιτικά μας, την άσπρη κουβέρτα στριμμένη και κρεμασμένη από το λαιμό μας και τη μισερή καραβάνα. Το βράδυ ύπνο σε μπράντες και κάθε λίγο άκουγες τη νύκτα να πέφτουν απ’ αυτές κοιμισμένοι στο πάτωμα., γιατί δεν είχαν ασκηθεί τόσο σύντομα πώς να βολεύονται σ’αυτές ασφαλώς. Το πρωί μία μεγάλη κουταλιά φασκόμηλο, που απ’αυτό μοσχοβολούσε όλο το Προγυμναστήριο όλο το εικοσιτετράωρο, το δε μεσημέρι ή φακές ή γλυκοκολόκυθο με ρύζι, που όσοι δεν είχαν κουταλοπήρουνο έκαναν ένα μέρος από τη κουραμάνα κουτάλι.

941510_10202712762481498_1622400848_n

Το βράδυ από καμιά δεκαπενταριά εληές, απ’ τις οποίες οι ασυγκράτητοι διάλεγαν τις μεγαλύτερες και εγίνοντο καυγάδες και μικροσυμπλοκές.

Μετά την υγειονομική εξέταση όσοι κριθήκαμε ικανοί περάσαμε από ένα γραφείο που ήταν μέσα στο Παλατάκι και δούλευε συνέχεια, τη νύχτα με λάμπα του πετρελαίου.

Εκεί γινόταν διαλογή και όσοι είχαν κάμποσες γραμματικές γνώσεις και κάποιο ναυτικό ή συγγενές με αυτό επάγγελμα, και αυτοί θα ήταν καμιά διακοσαριά, κρατηθήκανε για τις ειδικότητες των πλοίων κυρίως, όλοι οι άλλοι εστάλησαν και έφυγαν αμέσως για τη Γαλλία, όπου έμειναν μέχρι το τέλος του πολέμου, χρησιμοποιηθέντες σαν εργατικό προσωπικό στα διάφορα αεροδρόμια των μετόπισθεν. Οι άλλοι μοιρασθήκανε, ανάλογα με τις γνώσεις τους στις σχολές των ειδικοτήτων οιακιστού και μεταξύ αυτών και ο Σποραδίτης, πυροβολητού και αρμενιστού. Η σχολή οιακιστών, όπως ελέγοντο τότε οι σημερινοί σηματωροί, ήταν στον Πόρο, όπου οι πενηνταπέντε περίπου διαλεγμένοι από όλη την κλάση ήμασταν σαν εσωτερικοί μαθητές ιδιωτικού σχολείου και περνούσαμε με όρεξη και χαρά τα πρωϊνά στρατιωτικά γυμνάσια και την κωπηλασία παραπλέοντες τα ωραία υπήνεμα ακρογιάλια του Πόρου, με τις μέσα στο πράσινο επαύλεις. Τα μαθήματα των σημάτων με τον κελευστή οιακιστή, αλησμόνητο Καλήν, τέλειο άνθρωπο και άριστο δάσκαλο. Και όπως είπαμε όλοι μας διαλεγμένοι, περνούσαμε ευχάριστα, προοδεύοντας στα μαθήματά μας και αγαπούμενοι από το δάσκαλό μας.

1619527_10203161331975455_48424522_n

Μετά την αναχώρηση των συγκληρωτών μας για την Γαλλία περί τα τέλη Δεκεμβρίου, το προγυμναστήριο άδειασε και μείναμε οι οιακιστές και οι ναυτόπαιδες. Κατά το Φεβρουάριο όμως προσκλήθηκε και μας ήλθε η Β΄ σειρά της κλάσεως 1917 και γέμισε πάλι το Προγυμναστήριο. Η βαρυχειμωνιά είχε περάσει, ο καιρός γλύκανε και μύριζε άνοιξη.

Διοικητής του Προγυμναστηρίου ήταν ο Υποναύαρχος Σαχτούρης, ένα γεροντάκι μικροκαμωμένο με συμπαθητική φυσιογνωμία φορώντας πάντα τον ποδήρη μανδύα με την πρόσθετη στους ώμους του μπέρτα και πιλήκιο του Γαλλικού Πολεμικού Ναυτικού, και σπανίως εμφανιζόταν. Υπασπιστής ήταν ο Ε.Γ. σημαιοφόρος ίσως τότε. Άλλοι πέντε –έξη μάχιμοι νέοι αξιωματικοί, που ο καθένας ανελάμβανε από ένα τμήμα νεοσυλλέκτων για την εκγύμνασή τους και τον καταρτισμό τους για τις διάφορες ανάγκες των πολεμικών πλοίων και γενικά ναυτικές υπηρεσίας ξηράς.

Το Διοικητήριο, το Παλατάκι όπως ονομαζόταν τότε, ίσως και τώρα, ένα ωραιότατο οικοδόμημα, απείχε λίγα βήματα, περί τα δέκα, από το κρηπίδωμα του πολεμικού λιμανιού του Πόρου και έχει μεγάλη είσοδο από τη σκάλα του κρηπιδώματος που συνεχίζεται και έχει έξοδο προς την πλατεία του Προγυμναστηρίου. Εδώ στο Παλατάκι διαμένουν ο Διοικητής, οι αξιωματικοί και είναι και τα γραφεία του Προγυμναστηρίου.

10569040_10204615066757916_8793651326362723757_n

Ο καιρός καλλιτέρευε και περνούσαμε τις ημέρες μας ευχάριστα στο ήρεμο τοπίο και φυσικό περιβάλλον ασκούμενοι όλοι με όρεξη στα γυμνάσια και τα μαθήματά μας.

Τότε, μια μέρα καλοκαιρινή και ηλιόλουστη, κατά τις δέκα πρωϊνή ώρα ακούστηκε βόμβος μηχανής αεροπλάνου που όσο περνούσαν ο στιγμές δυνάμωνε. Όλο το πλήρωμα του Προγυμναστηρίου είχε διάλειμμα μεταξύ δύο ωριαίων γυμνασίων.

Όπως ήταν επόμενο με το άκουσμα του αεροπλάνου όλο το πλήρωμα έτρεξε προς το μέρος του θορύβου και συγκεντρώθηκε στη βορεινή αποβάθρα και είδε ένα υδροπλάνο που προσθαλασσωθέν κατευθυνόταν στο Παλατάκι. Αξιωματικοί και υπαξιωματικοί προσπαθούσαν με δυσκολία να τους απομακρύνουν γιατί ήταν ευνόητο πως κάποιος επίσημος θα ερχόταν. Σχεδόν συγχρόνως παρουσιάσθηκε ο Διοικητής με τον υπασπιστή  του και στάθηκαν στο χείλος της αποβάθρας κατεχόμενοι από αγωνία για το απρόοπτο και το σκοπό του, οπότε ακούστηκαν εδώ κι’ εκεί φωνές «ο Κουντουριώτης ο Κουντουριώτης». Πράγματι, όταν πλησίασε το υδροπλάνο, φάνηκε να προσπαθεί να ανασηκώνεται από την θέση του, ήταν πίσω του πιλότου, που ήταν ο Μωραϊτίνης, ακμαιότατος ο Κουντουριώτη. Άμα σταμάτησε η μηχανή και άκουσε τα απ’ έξω καλωσορίσματα και μόλις στάθηκε όρθιος, ακούσαμε να λέει κάπως δυνατά:

-Είχατε καμιά είδηση ότι έρχομαι;

-Όχι, όχι, απαντά ο Σαχτούρης.

-Τότε βάρα προσκλητήριο τροχάδην και επιθεώρηση σε όλο το πλήρωμα και γρήγορα.

Εν τω μεταξύ ο Μωραϊτίνης είχε ρίξει ένα λιανόσχηνο που το έπιασαν, τράβηξαν το υδροπλάνο στο κρηπίδωμα και τότε βγήκε ο Κουντουριώτης. Μετά τις χειραψίες και τα θερμά καλωσορίσματα οι Ναύαρχοι και το επιτελείο μπήκαν στο Παλατάκι για την πρόχειρη περιποίηση των αφιχθέντων και λίγη κουβέντα. Οι Υπαξιωματικοί έδιωχναν τους συγκεντρωθέντες σαν να ήταν κοπάδι από αρνιά ή γαλοπούλες, ενώ οι σάλπιγγες άρχισαν να καλούν προσκλητήριο τροχάδην. Δεν άργησε να βρεθούμε όλοι στις θέσεις μας παρατεταγμένοι.

Οι νεοσύλλεκτοι απετέλεσαν ένα Π. όπως κάθε μέρα, που είχε τρία τμήματα. Ένα τμήμα ήταν κάθετο προς το αριστερό άκρο της προς την Πλατεία προσόψεως του Παλατιού, το δεύτερο, η κεφαλή του Π, με μέτωπο προς την πρόσοψη του Παλατιού, και το τρίτο τμήμα κατείχε το άλλο σκέλος του Π και ήταν κάθετο προς το δεξιό άκρο της προσόψεως του Παλατιού. Άλλη σειρά, η τέταρτη του τετραγώνου της παρατάξεως, κατείχε την πλευρά της προσόψεως του Παλατιού, σε μικρή απόσταση από αυτή και είχε μέτωπο προς την Πλατεία. Εχωρίζετο δε διά της κυρίας εισόδου του Παλατιού σε δύο τμήματα, το μεν αριστερό για τον εξερχόμενο από το Παλατάκι, κατείχε η σχολή οιακιστών, το άλλο τμήμα κατείχετο από το μόνιμο πλήρωμα του Προγυμναστηρίου γραφείς, καμαρώτους αξιωματικών και άλλους, όλο δε αυτό το τμήμα φορούσε την καλή του στολή, μπλε εξώρουχα και άσπρη μάλλινη φανέλλα, αγγλικού τύπου, ήταν δε όλοι τους παλαιοτέρων κλάσεων. Όλοι δε οι νεοσύλλεκτοι και η σχολή οιακιστών στολή υπηρεσία, άσπρα με μπλε μάλλινη φανέλλα. Άπαντες λοιπόν παρατεταγμένοι σε στάση ανάπαυσης, οι δε αξιωματικοί με εντατική παρατήρηση να πηγαινοέρχονται μπροστά στο τμήμα του ο καθένας μήπως ανακαλύψουν καμιά παρατυπία.

Το ίδιο κάνοντας και ο διοικητής της σχολής οιακιστών και βλέποντας πως ο Σποραδίτης δεν φορούσε τη μπλε μάλλινη φανέλλα του , μοναδική παρατυπία στην εμφάνιση των ανδρών του τμήματός του, με σχετική αυστηρότητα :

-Σποραδίτη, γιατί δεν φοράς τη μπλε φανέλλα σου, δεν έχεις;

-Έχω, την  έχω δώσει σε μια πλύστρα να τη ζεματήσει γιατί είχε παράσιτα.

-Πω! Πω! Μας χάλασες την τέλεια εμφάνιση στο τμήμα μας!

-Να φύγω, να πάω να κρυφτώ στο θάλαμο;

-Όχι, να καθίσεις, δεν θέλω να λείπει κανείς ό,τι θέλει ας γίνει.

Και έχασε ο καλός μας διοικητής τη χαρά που είχε για το τμήμα του, ο δε Σποραδίτης όχι λίγο να ανησυχεί αναλογιζόμενος τις άγνωστες, και ίσως βαρύτατες, συνέπειες για τόσο ασήμαντη παρατυπία, όχι τόσο για τον εαυτό του, όσο κυρίως για τυχόν βαρύτατες παρατηρήσεις του υπεύθυνου για την αταξία καλού διοικητού του τμήματός του.

Ένας αξιωματικός στο κέντρο της πλατείας έχοντας δίπλα του ένα σαλπικτή, με το βλέμμα του στην πόρτα του Παλατιού βλέποντας να εμφανίζονται ο Κουντουριώτης και ο Σαχτούρης με τον υπασπιστή του, διατάσσει ΠΡΟΣΟΧΗ , που μεταδόθηκε και με τη σάλπιγγα. Με υπόδειξη του Σαχτούρη αρχίζει η επιθεώρηση από τη σχολή των οιακιστών.

Ο Κουντουριώτης εύθυμος και με απλότητα παρά την ιδιότητα που είχε τότε του ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ και με βαθμό του ΝΑΥΑΡΧΟΥ και το τόσο δοξασμένο ατομικό του και προγονικό παρελθόν, επιβαλλόμενος όμως, παντού και πάντοτε, με μόνο το όνομά του και την έκφραση του προσώπου του και γενικώς τη σωματική του εμφάνιση, πλησίασε το τμήμα της σχολής οιακιστών.

Αφού με ταχύ βλέμμα πρώτα είδε όλη τη παράταξή μας κοιτάζοντας τα πρόσωπά μας, πλησίασε τον πρώτο και :

-Μπράβο! Ποια είναι η πατρίδα σου;

-Η Ιθάκη .

-Μπράβο! Μπράβο!

Και κοιτάζοντας έναν-έναν το πρόσωπό μας, πέρασε όλους μας και έδειχνε πολύ ευχαριστημένος.

Ο καλός μας Καλής με κρατημένη την ανάσα του ως εκείνη τη στιγμή, κάνει ένα μικρό σταυρό στην κοιλιά του κινώντας μόνο τη παλάμη για να μη παρατηρηθεί μεγάλη κίνηση του χεριού του, προς ευχαρίστηση του Υψίστου που πέρασε απαρατήρητη η αταξία του τμήματός του. Σε δύο-τρία λεπτά τελείωσε εμάς και επήγαν στο προς τα αριστερά μας τμήμα των νεοσυλλέκτων. Προχωρώντας χωρίς κανένα «εμπόδιο» θα ήταν στο μέσο σχεδόν της παράταξης αυτής, οπότε σταμάτησαν, ακούστηκαν κάτι ερωταποκρίσεις ήρεμες και ακούεται τότε η βροντώδης φωνή του Κουντουριώτη :

-Τι σε έχω εδώ! Δεν τα βλέπεις αυτά;  Γι’ αυτό αρρωσταίνουν τα παιδιά. Να ‘ρθει αμέσως ο οικονομικός.

Έτρεξε ένας αγγελιοφόρος και ήλθε ο οικονομικός, και ακούστηκε άλλος δριμύτερος έλεγχος και μ’αυτόν.

Κάποιος νεοσύλλεκτος μισοζαρωμένος από κακή διάθεση ή φόβο ή κρυώνων δεν φορούσε μπλε φανέλλα και είπε ότι ο σάκκος του δεν είχε μέσα μπλε φανέλλα. Ήταν αλήθεια πως το μικρό νοσοκομείο του Προγυμναστηρίου ήταν γεμάτο και είχαν συμβεί και δύο θάνατοι.

Φώναξε ο Κουντουριώτης σαν ανώτερος, σαν ανώτατος, αλλά μιλούσε και με την ευκολία και το απαρεξήγητο που του έδινε αφ’ενός η ανάγκη και η γενική κατάσταση και αφ’ ετέρου η μακρά σχέση τους με τον Σαχτούρη, σαν πατριώτες , σαν συνομήλικοι, σαν φορτωμένοι και οι δύο δοξασμένη ιστορία αγωνιστών προγόνων και συναγωνιστές τώρα και οι ίδιοι.

Πριν τελειώσει αυτή η σκηνή, παρατηρήθη άλλη έκτακτος κίνηση στην απέναντι παράταξη, το τελευταίο τμήμα των νεοσυλλέκτων χωρίς φωνές στην αρχή βέβαια, αλλά ασυγκράτητη συγκέντρωση σε ένα σημείο, στη μέση περίπου της παράταξης αυτής. Κλήση γιατρού και ένα φορείο να παραλαμβάνει ένα νεοσύλλεκτο. Ίσως ο παθών ακούγοντας τον Κουντουριώτη να ελέγχει τόσο αυστηρά έναν ολόκληρο υποναύαρχο , τον διοικητή Σαχτούρη, θα συλλογίστηκε πόσους κινδύνους έχει να περάσει και έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε.

Ως που να κρυφτεί το φορείο πέφτει δεύτερος από το ίδιο τμήμα και γίνεται η ίδια ανησυχία.

Ο Καλής αν και πέρασε ο κίνδυνος της δικής του ευθύνης, άμα έμαθε ότι συνέβη εκείνο που εφοβείτο μήπως το πάθει και ο ίδιος, τρομοκρατήθηκε πάλι σκεπτόμενος μήπως γυρίσει πίσω ο Κουντουριώτης και κάμει αυστηρότερο έλεγχο όσων είχε περάσει ως τώρα και έβλεπε με ανησυχία πότε την επιθεώρηση και πότε τους μαθητές του για άλλες τυχόν παρατυπίες.

Ευτυχώς δεν γύρισαν πίσω, πήγαν στο δεύτερο τμήμα που είχε μέτωπο στο Παλατάκι χωρίς να παρατηρηθεί καμιά παρατυπία και άρχισαν το τελευταίο τμήμα των νεοσύλλεκτων που είχαν πέσει τα δύο παιδιά και δεν βρήκαν καμιά παρατυπία.

Μπήκε στο μαγειρείο ο Κουντουριώτης και είδε να ασπρίζουν τους τοίχους και τις φωτιές σβυστές, σε ερώτησή του δε ποιο ήταν το συσσίτιο της ημέρας, είπαν ότι λόγω γενικής καθαριότητας, θα έδιναν κεφαλοτύρι. Η αλήθεια όμως ήταν εκείνη την ημέρα είχε ετοιμασθεί γλυκοκολόκυθο με ρύζι και επειδή είχαν ακουστεί παράπονα για την συχνότητα αυτού του φαγητού, εξαφάνισαν ό,τι είχε ετοιμαστεί και τα «βόλεψαν με το άσπρισμα».

Και αρχίζει η επιθεώρηση του τελευταίου μικρού τμήματος με ναύτες προγενεστέρων κλάσεων που όλοι τους φορούσαν τα «καλά» τους, μπλε μάλλινη μπελαμάνα και παντελόνι και άσπρη μάλλινη φανέλλα. Ήταν γραφείς, καμαρώτοι για τις τόσες ανάγκες του Προγυμναστηρίου και θα ήταν περί τους τριάντα. Είχε περάσει δύο τρεις, οπότε σταματά σε έναν που είχε στενέψει τη μπελαμάνα του καθώς και το παντελόνι του για να είναι «εφαρμοστά στο κορμί του» που όταν τον είδε ο Κουντουριώτης άλλαξε όψη, συνοφρυώθηκε και με αυστηρότητα :

-Τι είναι αυτό παιδί μου, δεν ξέρεις ότι απαγορεύεται η μεταποίηση της στολής;

-Δεν το ήξερα!

Βλέποντας και κάποιον άλλο πιο πέρα να είναι το στήθος του φουσκωμένο γιατί είχε κάνει τσέπη για το «μαντήλι του», να έχει στενέψει κι’αυτός τη μπελαμάνα του και να μη φοράει αρβύλες αλλά πολιτικά παπούτσια.

-Ορίστε κατάσταση! Δεν τα βλέπετε αυτά; Τι κάνετε; Τους έχετε διαβάσει τη διαταγή που απαγορεύει τη μεταποίηση του ιματισμού; Να ρθει αμέσως ο γραμματικός με τη διαταγή που λέει γι αυτό.

-Τρέχει ο αγγελιοφόρος και αμέσως φθάνει ο κελευστής γραφεύς Σακελλαρίου με το βιβλίο των διαταγών.

-Να πας στο κέντρο της πλατείας να τη διαβάσεις δυνατά! Πήγε ο Σακελλαρίου και τη διάβασε.

-Άλλη μία φορά ακόμα και πιο δυνατά ακόμα και πιο καθαρά να την καταλάβουν καλά!

Τη διάβασε και για δεύτερη φορά κι’άμα τελείωσε:

-Κι άλλη μία φορά κι ακόμα πιο δυνατά.

Και αποτεινόμενος στους συνοδεύοντες:

-Γράψτε μου τα ονόματα και τα στοιχεία αυτών των δύο και να πάνε αμέσως να μαζέψουν τα πράγματά τους και να τους δώσετε φύλλο πορείας για το Υπουργείο Ναυτικών και στις δύο η ώρα που περνά το «Υδράκι» σήμερα θα φύγουν για τον Πειραιά.

Και έτσι τελείωσε η Επιθεώρηση, ακολούθησε διάλυση του πληρώματος, οι δε Ναύαρχοι με τους αξιωματικούς μπήκαν στο Παλατάκι κι’όπου ίσως έφαγαν, και θάταν ακόμη μεσημέρι όταν ο Κουντουριώτης με τον Μωραϊτίνη μπήκαν στο υδροπλάνο κι’έφυγαν. Εμάθαμε πως κοντά στην Αίγινα έπαθαν βλάβη και τους παρέλαβε Πολεμικό πλοίο και πήγαν στον Πειραιά.

Δεν θα είχαν περάσει οκτώ έως δέκα μέρες που σε ειδική συγκέντρωση όλου του πληρώματος διαβάστηκε Διαταγή «προς όλες της Υπηρεσίες του Πολεμικού Ναυτικού που έλεγε:

«Οι, τάδε και τάδε, επιστρατευμένοι και υπηρετούντες στις τάξεις του Πολ.Ναυτικού διεγράφησαν από τα Μητρώα του Πολ. Ναυτικού επειδή είχαν παραποιήσει τις στολές τους και μεταφερθέντες στον Στρατό της Ξηράς, υπηρετούν από σήμερα σαν απλοί στρατιώτες στον υπ’εμέ, τάδε, λόχον, του τάδε Συντάγματος.

Ο Λοχαγός τάδε».

Ήταν ο επίλογος της αξέχαστης Επιθεώρησης του Κουντουριώτης πριν εβδομήντα χρόνια.

Ο Ναύαρχος Κουντουριώτης με την επιθεώρησή του τότε έκαμε την περίοδο της ζωής μας στον Πόρο αλησμόνητη με την εκ του πλησίον γνωριμία της αρχοντικής παρουσίας του και της απλότητός του, με την αίσθηση τόσο κοντά μας, τόσο ενδόξου ανδρός με προγονικό όνομα που μας διατηρεί μνήμες τρισένδοξης περιόδου της Πατρίδας μας και να αισθανόμαστε σαν να μην είχε τελειώσει ακόμα ο αγώνας εκείνων για τα μεγαλύτερα ιδανικά της ανθρωπότητας και να ετοιμαζόμαστε τώρα και εμείς για τον ίσιο αγώνα.

Ζωντανεύει στη μνήμη μας μαζί με την παρουσία του Κουντουριώτη η τότε ζωή μας στον Πόρο, σαν να κάνουμε στρατιωτικά γυμνάσια στην πλατεία του Μάη, σαν να κωπηλατούσε σε μεγάλη άκατο στα ήρεμα ακρογιάλια του με τις χωμένες μέσα στο πράσινο από πάνω τους βίλες σαν να ακούμε τον καλό μας δάσκαλο να μας μαθαίνει τα σήματα, να αχνίζει το γλυκοκολόκυθο μα το ρύζι, να γίνονται μικροκαυγάδες κατά το συσσίτιο στη μοιρασιά των εληών του μερτικού ενός συναδέλφου που δεν τις έτρωγε, να ακούγεται από τη Μουσική Πάντα που έπαιζε κάτω από τα δεντράκια που ήταν κοντά στην Πλατεία:  «Φίλα με δος μου κι’ άλλα φιλιά κι ας πεθάνω», και το φασκόμηλο να μοσχοβολά παντού και πάντοτε και τώρα ακόμα το 1987.

 

Γιώργος Αθανασίου

Φωτογραφίες: https://www.facebook.com/groups/Poros.Old.Photos/

 




Σχολιάστε